ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νέος Ψυχρός Πόλεμος ή ανταγωνιστική συνύπαρξη, όπως και να τις χαρακτηρίσει κανείς, οι πολυεπίπεδα τεταμένες σινο-αμερικανικές σχέσεις έδειχναν να εισέρχονται από χθες σε νέα «αχαρτογράφητα νερά», μετά τη δημόσια τοποθέτηση Τζο Μπάιντεν, ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν την Ταϊβάν, σε περίπτωση επίθεσης από την Κίνα.

«Ναι, έχουμε δεσμευτεί ως προς αυτό», απάντησε ο Αμερικανός πρόεδρος σε σχετική ερώτηση που δέχθηκε, στη διάρκεια συζήτησης με ψηφοφόρους στη Βαλτιμόρη, που μετέδιδε απευθείας το δίκτυο CNN.

«Κανένα περιθώριο συμβιβασμού», ήταν η άμεση απάντηση του Πεκίνου, που διά του εκπροσώπου του κινεζικού ΥΠΕΞ κάλεσε την Ουάσινγκτον να «ενεργήσει με σύνεση στο θέμα της Ταϊβάν», «να αποφεύγει να στέλνει λάθος μηνύματα στις αυτονομιστικές δυνάμεις» στη νήσο και να «μην παρεμβαίνει» στις «εσωτερικές υποθέσεις» της Κίνας, προκειμένου να μη βλάψει σοβαρά τις σινοαμερικανικές σχέσεις».

Παρά τη διευκρίνιση στην οποία έσπευσε μετέπειτα ο Λευκός Οίκος ότι δεν υπάρχει καμία αλλαγή στη μακροχρόνια πολιτική «στρατηγικής ασάφειας» των ΗΠΑ έναντι της Ταϊβάν (που το Πεκίνο θεωρεί κινεζική επαρχία που έχει αποσκιρτήσει και την οποία η Ουάσινγκτον ολοένα και εξοπλίζει), πρόκειται για τη δεύτερη σχετική δήλωση Μπάιντεν μέσα στους τελευταίους μήνες.

Η προηγούμενη ήταν τον Αύγουστο, όταν -υπό τη σκιά του στρατηγικού φιάσκου στο Αφγανιστάν και της φθίνουσας δημοτικότητάς του- ο Μπάιντεν υπογράμμισε σε συνέντευξη στο δίκτυο ABC ότι οι ΗΠΑ πάντα θα υπερασπίζονται τους συμμάχους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ταϊβάν.

Εκτοτε, ωστόσο, οι εστίες έντασης στις σινο-αμερικανικέκς σχέσεις πολλαπλασιάστηκαν. Οι ΗΠΑ υπέγραψαν το σύμφωνο ασφαλείας AUKUS με τη Βρετανία και την Αυστραλία, πρακτικά μεταφέροντας την τεχνολογία πυρηνικών υποβρυχίων στη «γειτονιά» της Κίνας, ενώ προ ημερών προκάλεσαν την καταδίκη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, μετά την κοινή διέλευση ενός αμερικανικού και ενός καναδικού πολεμικού πλοίου από το Στενό της Ταϊβάν.

Το δε Πεκίνο -που εν μέσω διογκούμενων εσωτερικών προβλημάτων επιδιώκει ηγεμονική υπεροχή, από την οικονομία έως το διάστημα και την τεχνολογία- εντείνει τις στρατιωτικές πιέσεις στην Ταϊβάν. Φέρεται ότι προχώρησε σε νέα δοκιμή υπερηχητικού πυραύλου, ικανού να φέρει πυρηνική κεφαλή. Και επιταχύνει το κινεζικό διαστημικό πρόγραμμα.

«Είναι σίγουρο ότι δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους Κινέζους» στο θέμα της Ταϊβάν, τόνισε προχθές, ενώπιον της επιτροπής Διεθνών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο Αμερικανός διπλωμάτης καριέρας Νίκολας Μπερνς, προταθείς από τον πρόεδρο Μπάιντεν νέος πρέσβης των ΗΠΑ στο Πεκίνο.

Τούτων λεχθέντων, πάντως, είχε προηγηθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου η ταυτόχρονη απελευθέρωση, από τη μια, δύο Καναδών και δύο Αμερικανών που κρατούνταν επί τρία χρόνια στην Κίνα, από την άλλη της οικονομικής διευθύντριας της Huawei, Μενγκ Ουάνγκζου, η οποία βρισκόταν σε τριετή κατ’ οίκον κράτηση στον Καναδά και, κατόπιν συμφωνίας με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν εκδόθηκε στις ΗΠΑ.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου -στον απόηχο της δεύτερης τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των προέδρων ΗΠΑ και Κίνας, Μπάιντεν και Σι, στις 10 Σεπτεμβρίου-, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν, είχε πολύωρες συνομιλίες με τον κορυφαίο Κινέζο διπλωμάτη, Γιανγκ Τζιετσί, στη Ζυρίχη.

Ζητούμενο ήταν η βελτίωση της στρατηγικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών, παρά τον εντεινόμενο ανταγωνισμό τους. Το αποτέλεσμα, όπως λέγεται τώρα εντόνως, είναι η προετοιμασία μιας διαδικτυακής σινο-αμερικανικής συνόδου κορυφής έως τα τέλη του έτους, πιθανόν ακόμη κι εντός του Νοεμβρίου.

«Εξετάζουμε ακόμη τις λεπτομέρειες», ανέφεραν αμερικανικές κυβερνητικές πηγές στο πρακτορείο Reuters. Η ατζέντα, τόνισαν, πιθανότατα θα καθοριστεί μετά τις διαβουλεύσεις που θα έχει o Τζο Μπάιντεν με συμμάχους των ΗΠΑ, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής των G20, την επόμενη εβδομάδα, στη Ρώμη, και της μετέπειτα διεθνούς διάσκεψης του ΟΗΕ για το Κλίμα, στη Γλασκόβη, στην οποία ο Κινέζος πρόεδρος (όπως και άλλοι ηγέτες, όπως και ο Ρώσος ομόλογός του, Βλαντίμιρ Πούτιν) δεν θα δώσει το «παρών».