Σύμφωνα με τον υφυπουργό Εξωτερικών του Ιράν, Μπαγκερί, η Τεχεράνη θα επιστρέψει στις συνομιλίες της Βιέννης για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού της προγράμματος στα τέλη Νοεμβρίου.
Οι δηλώσεις του Ιρανού αξιωματούχου διασκεδάζουν σε έναν βαθμό την όποια ανησυχία είχαν δημιουργήσει σκληρές τοποθετήσεις και προειδοποιήσεις Αμερικανών αξιωματούχων προς την Τεχεράνη για να σταματήσει το παιχνίδι της καθυστέρησης που της χρεώνουν.
Εδώ και ένα εξάμηνο καταγράφεται μια σειρά από κινήσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή που στην πράξη προεξοφλούν όχι απλά και μόνον την επιστροφή του Ιράν στη Συμφωνία του 2015, αλλά τη σταδιακή, πλήρη και συνολική εξομάλυνση των σχέσεων Ουάσινγκτον-Τεχεράνης.
Ας ανακεφαλαιώσουμε:
Συνομιλίες Ιράν-Σαουδικής Αραβίας με μεσολάβηση του Ιράκ.
Συνομιλίες της Σαουδικής Αραβίας με τη Δαμασκό, η οποία δέχεται μηνύματα προσέγγισης από την Ιορδανία και τα Εμιράτα.
Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυναμική που υπερβαίνει τον έλεγχο των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν και η οποία έχει σημείο αναφοράς την αποδοχή της Τεχεράνης ως συνιστώσας στις γεωπολιτικές ισορροπίες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και της Νοτιοδυτικής Ασίας.
Στην παραπάνω μεγάλη εικόνα υπάρχουν δύο παραφωνίες: η Τουρκία που βλέπει τη ρεαλπολιτίκ συνύπαρξης σουνιτικού και σιιτικού Ισλάμ ως εμπόδιο για την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και το Ισραήλ.
Το Ισραήλ που δυσπιστεί ως προς τη δυνατότητα των ΗΠΑ και της διεθνούς κοινότητας συνολικά να αποτρέψουν την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου από την Τεχεράνη, αλλά επιπλέον θεωρεί την ανάδειξη του Ιράν, με ή χωρίς πυρηνικά, ως απειλή για τα ζωτικά του περιφερειακά συμφέροντα.
Είναι φανερό ότι η νέα κυβέρνηση συνασπισμού στο Ισραήλ συνεχίζει την πολιτική Νετανιάχου, δηλαδή την παρασκηνιακή επί Ομπάμα και δημόσια επί Τραμπ αντίθεση στην εξομάλυνση των σχέσεων Ουάσινγκτον-Τεχεράνης.
Αν στα παραπάνω προστεθεί η έντονη δυσαρέσκεια της αμερικανικής πλευράς για την κατασκευή χιλιάδων νέων κατοικιών στη Δυτική Οχθη, όλα θυμίζουν όχι μόνον την εμπόλεμη κατάσταση Ομπάμα-Νετανιάχου, με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό που βρισκόταν σε ιδιωτική επίσκεψη στην Ουάσινγκτον να αδυνατεί να κλείσει ένα ραντεβού στον Λευκό Οίκο, αλλά τη μετωπική σύγκρουση της κυβέρνησης Μπους πατρός με την κυβέρνηση Σαμίρ στο Ισραήλ στις αρχές του 1992.
Τότε, λίγο μετά την Ειρηνευτική Διάσκεψη της Μαδρίτης που ακολούθησε την Καταιγίδα της Ερήμου, η κυβέρνηση Σαμίρ παρά τις προειδοποιήσεις του Μπους και του υπουργού Εξωτερικών Μπέικερ εξήγγειλε μεγάλης κλίμακας κατασκευή κατοικιών στη Δυτική Οχθη.
Τότε ο Μπέικερ, μπροστά στις κάμερες, είπε ότι διακόπτεται κάθε διαβούλευση με την κυβέρνηση Σαμίρ.
Αυτό είναι το τηλεφωνικό κέντρο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πρόσθεσε, υπάρχει και νυχτερινή βάρδια, όταν αλλάξουν μυαλά ας πάρουν τηλέφωνο…
Λίγες βδομάδες μετά, η κυβέρνηση Σαμίρ έχανε την πλειοψηφία στην Κνεσέτ και στις πρόωρες εκλογές και πρώτο κόμμα αναδείχτηκε το Εργατικό με ηγέτη τον Ράμπιν.
Σήμερα, η κυβέρνηση Μπένετ συνεχίζει την πολιτική Νετανιάχου, τη γραμμή δηλαδή «η καλύτερη λύση του Παλαιστινιακού είναι η μη λύση», και προσπαθεί να δυσχεράνει και να καθυστερήσει την προσέγγιση της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη.
Μια απόκλιση από τη μεσανατολική πολιτική των ΗΠΑ μάλλον εκ του ασφαλούς, καθώς μια διακομματική πλειοψηφία στο Κογκρέσο Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών οριοθετεί την πολιτική πιέσεων προς το Ισραήλ στο πεδίο της σκληρής φραστικής διαφωνίας.
Πλην Λακεδαιμονίων, η νέα αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή θα προβάλλει υποθηκευμένη, χωρίς κανείς να μπορεί να εγγυηθεί ότι το 2024 μια ρεβάνς του τραμπισμού, με ή χωρίς τον Τραμπ, δεν θα οδηγήσει σε μια νέα παλινδρόμηση, η οποία αυτή τη φορά θα σαρώσει ό,τι έχει απομείνει από την αξιοπιστία και φερεγγυότητα της Ουάσινγκτον.
