ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το έχουμε συνηθίσει από τον κλασικό ιταλικό κινηματογράφο. Οι περισσότεροι μεγάλοι auteurs του ιταλικού σινεμά πάντοτε έβαζαν ένα κομμάτι, είτε του ιδιαίτερου τόπου τους, είτε του δικού τους παρελθόντος, στις ταινίες τους: Φελίνι, Βισκόντι, Τορνατόρε… Ολοι τους κατόρθωσαν να κάνουν το τοπικό παγκόσμιο και τα προσωπικά τους βιώματα μοναδικές σεκάνς μυθιστορίας. Καιρό είχαμε να πέσουμε πάνω σε κάποια παρόμοια σύγχρονη ταινία.

Εως τώρα. Η ταινία «Μόνη με τα όνειρά της» («Picciridda» / «Πιτσιρίκα» δηλαδή στα ιταλικά) είναι φτιαγμένη ακριβώς από τα ίδια υλικά του αγαπημένου, κλασικού ιταλικού σινεμά. Παρότι ο σκηνοθέτης της, Πάολο Λικάτα, είναι πολύ νέος ακόμη, ωστόσο μοιάζει να γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει κι αυτό, επίσης κατά έναν περίεργο τρόπο, μάς είναι κάτι πολύ γνώριμο. Ο ίδιος ήρθε στην Ελλάδα, καθώς η ταινία πήρε διανομή και παίζεται ήδη στα σινεμά (και όχι μόνο της Αθήνας). «Μου αρέσει να συνοδεύω τις ταινίες μου» μάς λέει. Η συγκεκριμένη έχει ήδη ταξιδέψει σε 13 φεστιβάλ, έχει βραβευτεί και πρόκειται να παιχτεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στις ΗΠΑ.

Ο Πάολο Λικάτα είναι Ιταλός και συγκεκριμένα Σικελός. Παρότι έχει ταξιδέψει και δουλέψει ως σκηνοθέτης ακόμη και στο Χόλιγουντ (υπήρξε βοηθός σκηνοθέτης σε επεισόδια του CSI: Miami), επέλεξε να συνεχίσει να μένει και να εργάζεται (είναι και δικηγόρος) στον τόπο που μεγάλωσε: το Παλέρμο. Τον ρωτήσαμε αν τα καταπληκτικά τοπία της ταινίας είναι από εκεί και τι σηματοδοτεί ο τόπος για τον ίδιο αλλά και την ηρωίδα του, Λουτσία: «Τα γυρίσματα ήταν να γίνουν στο Παλέρμο, ωστόσο είχε τόσο τουρισμό, που εν τέλει έγιναν σε ένα πολύ μικρό νησί κοντά στη Σικελία, τη Φαβινιάνα.

Τελικά ήταν για το καλύτερο. Ο τόπος ήταν πανέμορφος αλλά και τόσο μικρός, που οι ηθοποιοί ένιωσαν πως πράγματι ανήκαν στην ταινία, ενσωματώνοντας τους χαρακτήρες που υποδύονταν» μας λέει. «Το ότι ο τόπος είναι ένας από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες ισχύει. Αυτό ήταν κάτι που έγινε συνειδητά αλλά και όχι. Η χωρική απομόνωση επεκτείνεται και σε κοινωνική, πολιτική και ψυχολογική. Τα πάντα σωματοποιούνται: όχι μόνο τα τραύματα και οι αναμνήσεις, μα και οι τόποι. Ταυτόχρονα υπάρχει η νοσταλγία και η προσκόλληση στις ρίζες: Από τη μια δεν υπάρχουν δουλειές και οι περισσότεροι αναγκάζονται να φύγουν σε άλλες χώρες, αφήνοντας τα παιδιά τους με τους μεγαλύτερους συγγενείς και από την άλλη τα ίδια αυτά παιδιά δεν θέλουν να φύγουν από τον τόπο τους. Αυτό είναι κάτι που το νιώθουν ιδιαίτερα όσοι αναγκάζονται να ξενιτευτούν – είναι ένα τραύμα που το φέρεις μέσα σου για πάντα» εξηγεί.

Στην ταινία, η «πιτσιρίκα» είναι η μικρή Λουτσία, που, καθώς οι γονείς της αναγκάζονται να φύγουν προς ανεύρεση εργασίας στη Γαλλία, μένει πίσω μόνη με τη γιαγιά της. Μια γιαγιά εξαιρετικά αυστηρή – όχι δίχως λόγο όμως. Η μικρή θα τον μάθει, πληρώνοντας ένα σκληρό τίμημα. Εν τέλει θα φύγει και η ίδια, επιστρέφοντας πίσω έπειτα από 25 χρόνια – όπως και στο «Σινεμά ο Παράδεισος». Και τότε είναι η πρώτη φορά, που με ευρηματικό τρόπο ο σκηνοθέτης μάς παρουσιάζει τους χρόνους της ταινίας.

Πρόκειται για τη δεκαετία του ’60… «Αν εξαιρέσεις κάποια εθνογραφικά αλλά και ηθογραφικά στοιχεία, η ταινία δεν έχει χρόνο» μάς λέει. «Μα και τα στοιχεία αυτά τα ίδια είναι άχρονα: ακόμη έως σήμερα, πολλοί τα αναζητούν ως κομμάτι μιας παράδοσης που νοσταλγούν και μιας πραγματικότητας που ανήκει στο παρελθόν. Κι εγώ ίσως ζω στο παρελθόν – δεν το βρίσκω κακό, εκτός αν μας γυρνάει σε σκοτεινές εποχές που, δυστυχώς, αναδύονται πολιτικά…» εξηγεί. «Εχω λάβει κλασική παιδεία: αρχαία ελληνικά και λατινικά. Οπότε οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες είναι κάτι που γνωρίζω και φέρω μέσα μου, σαν κάτι τωρινό και όχι μακρινό. Το ίδιο ισχύει και για τις ιστορίες του μεγάλου ιταλικού ρεπερτορίου της όπερας, καθώς ο πατέρας μου είναι μαέστρος και η μητέρα μου σολίστ του πιάνου και μεγάλωσα μέσα στο λυρικό θέατρο. Τα δύο αυτά στοιχεία -αρχαία ελληνική τραγωδία και ιταλική όπερα- με καθόρισαν ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι έχω συνειδητοποιήσει. Στοιχεία και από τα δύο υπάρχουν στην ταινία».

Μπορεί να έλαβε μεγάλα βραβεία στην Ιταλία, ωστόσο η ταινία ήταν δύσκολο να γίνει: «Στην Ιταλία δύσκολα χρηματοδοτούν arthouse ταινίες. Κωμωδίες ναι – αυτές θέλουν. Εγώ πάλι δύσκολα θα κάνω κωμωδία» παραδέχθηκε ο ίδιος. «Ισως γιατί με ενδιαφέρει το σινεμά του ανείπωτου. Αυτό όπου δεν εξηγούνται όλα, όπου δεν λέγονται τα πάντα. Μπορείς να παίξεις με τόσα στοιχεία σε μια ταινία, πέρα από τις λέξεις και τους διαλόγους.

Ακόμη και στις σκληρές σκηνές της κακοποίησης που υπάρχουν στο φιλμ, επέλεξα να μη δείξω βία. Μία σκληρή αλήθεια δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να την αναπαραστήσεις με ωμότητα για να την καταλάβει ο θεατής. Από την άλλη, εκτός μεγάλης οθόνης, σε παρόμοια περιστατικά όχι μόνο δεν πρέπει να μένουμε σιωπηλοί αλλά το ακριβώς αντίθετο. Ωστόσο είναι περίεργο πως ενώ φαίνεται να αντέχουμε να βλέπουμε τόση ασχήμια και βία σε οθόνες διαφόρων μεγεθών, όταν αυτό συμβεί εκτός οθόνης μάς βρίσκει σχεδόν απαθείς, αν όχι ανάλγητους. Δεν λέω πως δεν έχουν αυξηθεί τα κινήματα αλληλεγγύης και όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση, αλλά προσωπικά “βλέπω” ακόμη πολλή σκοτεινιά στον κόσμο. Υπάρχει πολύ κακό γύρω».

Πράγματι, την ταινία του Πάολο Λικάτα δεν θα τη λέγαμε ούτε αισιόδοξη ή απαισιόδοξη, ούτε γλυκιά ή πικρή. Η καταλληλότερη λέξη ίσως είναι αυτή: ιταλική! Του το λέμε και γνέφει καταφατικά: «Μα τι άλλο είναι παγκόσμιο σήμερα αν όχι το γνώριμο; Λένε πως το ίντερνετ είναι μία παγκόσμια γλώσσα που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Μα δεν είναι η μόνη και σίγουρα δεν είναι η πρώτη: υπάρχει το σινεμά και πιο πριν, η μουσική! Είχα την τύχη στην πρώτη μου μικρού μήκους ταινία “The novel” να συνεργαστώ με τον Αντρέα Μορικόνε, γιο του Ενιο, και πιστέψτε με, η δύναμη τόσο της εικόνας όσο και της καλής μουσικής είναι πέρα από τον λόγο. Ισως γι’ αυτό να ήθελα να κάνω και σινεμά: στόχος μου δεν ήταν να γίνω σκηνοθέτης. Νομική σπούδασα εξάλλου, πριν το Πανεπιστήμιο Κινηματογράφου της Cinecittà. Στόχος μου ήταν να κάνω μία μεγάλου μήκους ταινία… Τώρα όμως, ήδη ετοιμάζω τη δεύτερη. Μάλλον την πάτησα», λέει γελώντας.