Δεν είναι η πρώτη φορά που γεωπολιτικά ακροβατεί επικίνδυνα, καθώς -εγκλωβισμένος στα εσωτερικά προβλήματα και στον μεγαλομανή μαξιμαλισμό του- επιδιώκει να επιβάλει τη χώρα του ως απαραίτητο σύμμαχο και «παίκτη»: από την ανατολική Μεσόγειο και τη βόρεια Αφρική έως τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία.
Ούτε είναι η πρώτη φορά που τα περιθώρια ελιγμών δείχνουν να στενεύουν. Ωστόσο, οι κινήσεις του πολιτικά ασταθούς -και, κατά συγκλίνουσες πληροφορίες, σοβαρά ασθενούς- Τούρκου προέδρου Ερντογάν γίνονται όλο και πιο σπασμωδικές, με φόντο μια διαφορετική, συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, διεθνή συγκυρία.
Τα «καμπανάκια» ηχούν όλο και πιο δυνατά στην Άγκυρα και οι ενδείξεις πληθαίνουν. Τελευταία εξ αυτών: η σκληρή επίθεση που εξαπέλυσε στη νατοϊκή σύμμαχο ο Αμερικανός πρόεδρος, μέσω επιστολής του προς την πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόσι, και τον επικεφαλής της Γερουσίας, Τσακ Σούμερ, με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου.
Με αφορμή την τουρκική πολιτική στη Συρία, ο Τζο Μπάιντεν τονίζει ότι οι ενέργειες της κυβέρνησης Ερντογάν παραμένουν «ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ». Ως εκ τούτου, αναφέρει, παραμένει σε ισχύ το Εκτελεστικό Διάταγμα 13894, που υπέγραψε το 2019 ο πρώην πρόεδρος Τραμπ, επιβάλλοντας κυρώσεις κατά της Άγκυρας και διατηρώντας στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ, στο πλευρό των Κούρδων της YPG, στα βορειοανατολικά (πετρελαιοπαραγωγά) συριακά εδάφη.
Είχε προηγηθεί η άρνηση Μπάιντεν να συναντήσει τον Ερντογάν στο περιθώριο της πρόσφατης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη -αν και η Άγκυρα φέρεται να επιχειρεί τώρα νέα ρελάνς, αιτούμενη την αγορά 40 καινούργιων F-16 και την αναβάθμιση άλλων 80 μαχητικών αεροσκαφών που ήδη διαθέτει.
Στο μυαλό του Σουλτάνου
Η κίνηση, που δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί επίσημα, θεωρείται βέβαιο ότι θα «προσκρούσει» στην αντίρρηση του αμερικανικού Κογκρέσου. Και εν πολλοίς ερμηνεύεται ως:
- ακόμη μια ένδειξη εκνευρισμού της γείτονος από την ελληνο-γαλλική αμυντική συμφωνία, που η εφημερίδα «Χουριέτ» έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «Πυρηνική απειλή της Αθήνας στην Τουρκία» στο χθεσινό πρωτοσέλιδό της, συμφωνία η οποία αναμένεται να βρεθεί, μεταξύ άλλων, στο επίκεντρο της αποχαιρετιστήριας επίσκεψης της Γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ στην Άγκυρα, στις 16 Οκτωβρίου,
- μέσο πίεσης της Άγκυρας στην Ουάσινγκτον και πιθανό πρόσχημα για νέες συμφωνίες αγοράς εξοπλισμών (συμπεριλαμβανομένης μιας νέας παρτίδας S-400) από τη Ρωσία.
Το τοπίο στις ρωσο-τουρκικές σχέσεις παραμένει πάντως θολό, μετά και την ισχνού (ορατού) αποτελέσματος τελευταία συνάντηση του Ερντογάν με τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντίμιρ Πούτιν, στα τέλη Σεπτεμβρίου, στο Σότσι. Παρά εξάλλου τις καλές στο «φαίνεσθαι» διμερείς σχέσεις, η ευκαιριακή συμμαχία τους δοκιμάζεται σταθερά από τις αντίπαλες στρατηγικές τους στα εδάφη της Συρίας, της Λιβύης, του Αζερμπαϊτζάν, αλλά και της Κριμαίας.
Προς επίρρωση, δε, της στενότητας ελιγμών της Άγκυρας λειτουργούν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της ίδιας της Τουρκίας, όπου ο πληθωρισμός πια «τρέχει» με 19,58%. Ο (τέταρτος μέσα σε τρία χρόνια) κεντρικός τραπεζίτης συνεχίζει, καθ’ υπόδειξη του Ερντογάν, την ανορθόδοξη πολιτική μείωσης των επιτοκίων.
Βλέποντας εν τω μεταξύ το εισόδημά του να εξαϋλώνεται, εν μέσω και της πανδημίας, ο μέσος Τούρκος πληροφορήθηκε αυτή την εβδομάδα, μέσω των Pandora Papers, για την ευρεία φοροαποφυγή εκλεκτών του Τούρκου προέδρου εργολάβων. Με όλα αυτά στην «καμπούρα» του, λοιπόν, στηρίζει πια, για πρώτη φορά, σε δημοσκόπηση του ινστιτούτου KONDA τον χαλαρό (ακόμη) συνασπισμό των κεμαλιστών του CHP με τους εθνικιστές του «Καλού Κόμματος» (44,1%), έναντι του συνασπισμού του κυβερνώντος ισλαμοσυντηρητικού AKP και του ακροδεξιού MHP (41,6%), ενόψει των διπλών εκλογών -προεδρικών και βουλευτικών- το αργότερο έως το 2023.
Σε μία «γλυκιά», δε, εκδίκηση στις μεθοδεύσεις για την απαγόρευσή του, το αριστερό-φιλοκουρδικό HDP παραμένει στη πρόθεση ψήφου, με 11,7%, δεύτερο μεγαλύτερο αντιπολιτευόμενο κόμμα, αυξάνοντας κατά μισή μονάδα το ποσοστό του και παραμένοντας πάνω από το εξοντωτικό εκλογικό όριο του 10%.
