Δημήτρης Στεμπίλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναστοχαζόμενοι έστω και πρόωρα πάνω στο ζήτημα της πανδημίας που μας ενέσκηψε με τις σκληρές συνέπειές της, θα μπορούσαμε επίσης να διαπιστώσουμε ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού», που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Και αυτό γιατί αναγκαστήκαμε για υγειονομικούς λόγους να ματαιώσουμε επετειακές και εμβληματικές δημόσιες εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο και ο χαρακτήρας τους είχε ουσιωδώς εκφυλιστεί. Μια τέτοια συνήθεια ήταν οι παρελάσεις στις δύο εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου. Ωστόσο, φέτος, λόγω της επετείου από τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης η παρέλαση της 25ης Μαρτίου έλαβε χώρα με τα αναγκαία μέτρα και δυστυχώς, με αρκετή δόση κιτς και φολκλόρ χαρακτήρα.

Τις τελευταίες ημέρες η συζήτηση για τη συμμετοχή στην παρέλαση για την 28η Οκτωβρίου έχει ενταθεί, αφού αρχικά η εγκύκλιος του υπουργείου Εσωτερικών μιλούσε για συμμετοχή όλων, ενώ νέες πληροφορίες αναφέρουν ότι τελικά θα είναι μόνο στρατιωτική και με μάσκες, καθώς ο κορονοϊός ξαναδείχνει γερά τα δόντια του με τετραψήφιους αριθμούς κρουσμάτων, δεκάδες θανάτων και εκατοντάδες διασωληνωμένων. Μάλιστα, στη συζήτηση έχει μπει και η υπενθύμιση της περσινής εμπειρίας με τον εορτασμό του Αγίου Δημητρίου, που κατέληξε στο να γίνει η Θεσσαλονίκη το ελληνικό «Μπέργκαμο», κάτι που θα ήταν ολότελα τραγικό και καταστροφικό για την κοινωνία και την οικονομία της πόλης και της χώρας, αν τελικά ξανασυμβεί.

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται, ειδικά μετά την εμπειρία του 2020 που δεν έγιναν παρελάσεις, είναι γιατί είναι ανάγκη να επαναφέρουμε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Μήπως για να διατηρήσουμε τη συνέχεια της συλλογικής μνήμης ή για να επιδείξουμε μια εορταστικού τύπου πυγμή στους γνωστούς και άγνωστους εχθρούς της πατρίδας ή τέλος για να δημιουργήσουμε πολιτικές συμπάθειες μέσω της συγκρότησης μιας εθνικής συνείδησης που τα συγκροτησιακά της χαρακτηριστικά είναι κατά κύριο λόγο συντηρητικά; Χωρίς, βέβαια η παραπάνω ερώτηση-υπόθεση να αποκλείει και άλλες ιδεολογικές πατριωτικές προσεγγίσεις με αναφορές σε ιστορικές περιόδους, όπως λόγου χάρη η Αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών.

Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε η εμπειρία της πανδημίας -και η ψηφιακή της διάσταση- να μας διδάξει ότι το σημαντικότερο εργαλείο για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης είναι η σοβαρή διδασκαλία της ιστορίας στο σχολείο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που έχουν δημόσιο χαρακτήρα – ευκταίο να συμβεί και στα ιδιωτικά. Μια διδασκαλία της ιστορίας που θα γίνεται μέσα από διεπιστημονική προσέγγιση και θα χρησιμοποιεί τα σύγχρονα εργαλεία για να κάνει πιο ελκυστικό το περιεχόμενο και πιο κατανοητό το μήνυμα, πάντα βέβαια με την επαρκή τεκμηρίωση από τις πηγές. Μια διαδικασία που δεν θα καλλιεργεί τη μισαλλοδοξία για τον εκάστοτε απέναντι, αλλά την θεμελιώδη αξία για ειρηνική συνύπαρξη των λαών, που όταν χρειαστεί την υπερασπιζόμαστε σε κοινωνικό και εθνικό επίπεδο.

Ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός ‘Έρικ Χομπσμπάουμ έλεγε χαρακτηριστικά ότι «οι ιστορικοί είναι για τον εθνικισμό ό,τι οι καλλιεργητές παπαρούνας για τους ηρωινομανείς: Προμηθεύουν τη βασική πρώτη ύλη για την αγορά». Και, δυστυχώς αυτό συμβαίνει. Καλλιεργούμε με τον τρόπο, που προωθούμε την ιστορία στη δημόσια σφαίρα -ένας από αυτούς και οι παρελάσεις με τα εμβατήρια, -αισθήματα που ξεπερνούν τον αγνό πατριωτισμό. Στρατιωτικοποιούμε ως Πολιτεία από τα μικράτα τους νέους ανθρώπους και σφυρηλατούμε μια ταυτότητα, η οποία όπως είδαμε με τραγικό τρόπο την τελευταία δεκαετία μπορεί να γεννήσει τέρατα. Και στο τέλος της ημέρας δεν μας μένει τίποτε εκτός από μια εξωραϊσμένη εικόνα κάποιων ηρώων, που δεν γνωρίζουμε ούτε καν την προσφορά τους στους εθνικούς αγώνες.

Επιπλέον, εκθέτουμε δημόσια, ειδικά με τις μαθητικές παρελάσεις, μικρά παιδιά σε μια ταξική σύγκριση, η οποία εκδηλώνεται στο ζήτημα της συμμετοχής ή μη και της εμφάνισης λόγω έλλειψης οικογενειακών πόρων. Ήδη από τη δική μου γενιά θυμάμαι συμμαθήτριες και συμμαθητές μου να μην μπορούν να συμμετέχουν στην παρέλαση γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα να νοικιάσουν παραδοσιακή στολή για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου ή φορούσαν διαφορετικές αποχρώσεις του μπλε στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Και μέσα σε όλο αυτό προστίθεται και επιτηδευμένη εμφάνιση των κοριτσιών και των αγοριών, που χωρίς κανέναν πουριτανισμό, θεωρώ ότι ταιριάζει περισσότερο σε ριάλιτι εκπομπές για μέλλοντα επαγγελματίες μοντέλα.

Οι περισσότεροι ίσως να έχουμε νοσταλγικές αναμνήσεις από τις παρελάσεις, ως ένα μαθητικό βίωμα που σχετιζόταν με γιορτή παρά με μάθημα. Ωστόσο, αυτή τους η διάσταση, ως του κατ’ εξοχήν αποτυπώματος της ιστορικής παιδείας που λάβαμε, είναι που δημιουργεί όχι μόνο στρεβλώσεις, αλλά λειτουργεί παρελκυστικά σε σχέση με την ανάγκη για επαφή με το παρελθόν μας, μεγαλοπρεπές ή μη. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι αδειάζει την παλέτα από την πολυχρωμία, κάνοντας ίσως το μπλε περισσότερο μαύρο. Ο Αλμπέρ Καμί συνήθιζε να λέει ότι «αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής». Πολύ φοβάμαι ότι η επαναδιοργάνωση των παρελάσεων ενισχύει τον εθνικισμό και αποτελεί μέρος της ματαίωσης της προόδου.

*Δημοσιογράφος-ιστορικός