Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα είμαστε, άραγε, ποτέ έτοιμοι για τις απώλειές μας, ικανοί να αποχαιρετήσουμε όσα χάνουμε και να μετασχηματίσουμε τον αποχαιρετισμό σε καλωσόρισμα;

«Ζω σημαίνει αποχαιρετώ αυτό που χάνω. Στον αστερισμό της απώλειας, ζω σημαίνει καλούμαι συνεχώς να αποχαιρετήσω ό,τι χάθηκε. (…) Βιώνω απώλειες, άρα υπάρχω» σημειώνουν οι Νίκος Σιδέρης και Αιμιλιανός Σιδέρης στο βιβλίο τους «Απώλεια – Πένθος – Κατάθλιψη: Πάθος και Λύτρωση. Δοκίμια για την τέχνη του καλού αποχαιρετισμού», εντάσσοντας τον καρτεσιανό συλλογισμό μέσα σε ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που καταλήγει πως «πριν ζήσουμε και όταν πια δεν ζούμε, τότε μόνο δεν βιώνουμε απώλειες» και πως για να ζήσουμε θα πρέπει να μάθουμε να πενθούμε.

Πόσο εύκολο είναι, ωστόσο, να διαχειριστούμε τη «σημαδεμένη από την απώλεια πραγματικότητα» σε αυτόν τον ρευστό κόσμο; Πώς αναμορφώνεται ο κόσμος μας έπειτα από έναν χαμό σε προσωπικό ή συλλογικό επίπεδο; Και με ποιους τρόπους θα πρέπει να μάθουμε να αποχαιρετούμε όσα χάνουμε έτσι ώστε να μην αστοχεί το πένθος και να μην υπάρχει σοβαρό διακύβευμα για την ψυχική μας υγεία;

Οι συγγραφείς μάς μυούν στην τέχνη του καλού αποχαιρετισμού, στοιχειοθετώντας πως «η απώλεια είναι το πεπρωμένο της ύπαρξης.

Ο τρόπος ύπαρξης του υποκειμένου, που έχει σώμα, νου, μνήμη, λόγο, φαντασία, σχέσεις, δεσμούς» και παρουσιάζοντάς μας τεχνικές ύφανσης ενός ψυχικού εξοπλισμού επιτέλεσης του πένθους, έτσι ώστε να αποφύγουμε την αντιδραστική κατάθλιψη.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως οι πρώτες καταβολές αυτού του βιβλίου βρίσκονται στη μακρόχρονη ενασχόληση του ενός εκ των δύο συγγραφέων με την κατάθλιψη, στο κλινικό και θεωρητικό επίπεδο.

Τι είναι εκείνο αυτή τη χρονική περίοδο στις δυτικές κοινωνίες που μας κάνει πιο δύσκολο να διαχειριστούμε τις απώλειές μας ενώ παραδόξως παράλληλα ζούμε «εφήμερες ζωές»;

Οι Νίκος Σιδέρης και Αιμιλιανός Σιδέρης απαντούν πως «ίσως είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη της “εφήμερης ζωής” που κάνει δύσκολη τη διαχείριση της απώλειας, καθώς η ίδια η ταμπέλα αυτή μας βάζει σε μια απόσταση από την ενεργό διαχείριση του πένθους. Σαν να λέμε ότι “έτσι έχουν τα πράγματα” και μέσω αυτού να προσπαθούμε να αποσιωπήσουμε τους όποιους ψυχολογικούς κραδασμούς μπορεί να φέρνει μια απώλεια.

Η “εφήμερη ζωή” μπορεί επίσης να μεταφραστεί σε “εφήμερες ταυτότητες”, η σίγαση του διαλόγου μεταξύ των οποίων διευκολύνεται από τις αναρίθμητες επιλογές απόσπασης της προσοχής που προσφέρονται στον μέσο πολίτη των δυτικών κοινωνιών σήμερα. Αντί, δηλαδή, “εγώ-ο-σύντροφος” να περιεργαστώ το ψυχολογικό βάρος που φέρνει η απώλεια του συντρόφου, να αφήνω τον “εγώ-ο-διαδικτυακός” να ξοδέψει τον χρόνο μας σε άλλες δραστηριότητες, μέχρι να νομίζω ότι δεν το σκέφτομαι πια».

Πράγματι, στα χρόνια της ρευστής νεωτερικότητας, οι άνθρωποι έχουν την τάση να αναζητούν διαρκώς νέες ηδονές εκ του ασφαλούς, με την ψευδαίσθηση πως θα αποφύγουν την οδύνη που εμπεριέχει το ρίσκο της απώλειας ή η ίδια η απώλεια.

Συνήθως, όμως, αποφεύγουν τη θλίψη και βυθίζονται σε μια κατά-θλιψη, την οποία αδυνατούν να αναγνωρίσουν καθώς δεν αναγνωρίζουν το αντικείμενο της απώλειας ούτε σαν χαμένο ούτε σαν μη χαμένο. Αλλοτε πάλι εμφανίζουν μια παθολογική νοσταλγία για μια παρελθούσα ευτυχία, την οποία στην πραγματικότητα δεν είναι καν σε θέση να προσδιορίσουν.

Αν, λοιπόν, η ανθρώπινη ζωή είναι φτιαγμένη από παρελθούσες ευτυχίες και δυστυχίες, τότε το μεγαλύτερο στοίχημα του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι η διαχείριση της νοσταλγίας, δηλαδή της λαχτάρας επιστροφής σε εκείνον τον γενέθλιο τόπο χαράς, που εξ ορισμού ενέχει μια λύπη.

Διότι η παρείσφρηση του αποχωρισμού –ή και του θανάτου– στη ζωή είναι φάση αναπόδραστη της ανάπτυξης του υποκειμένου.

Πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη «νοσταλγία των παρελθουσών ευτυχιών» και ποια η θέση τελικά της νοσταλγίας σήμερα σε αυτή τη «ρευστή νεωτερικότητα» που ζούμε καταναλώνοντας ανθρώπους και αισθήματα;

Ο Αιμιλιανός Σιδέρης μάς εξηγεί πως «η νοσταλγία διαμορφώνει μέρη της ταυτότητάς μας και ως τέτοια, από άποψη συγκρότησης χαρακτήρα, δικαιούται τη θέση της στον ψυχισμό μας. Η θέση της όμως θα πρέπει να μην καταπατά τη θέση άλλων ψυχικών λειτουργιών!

Ειδικότερα, η νοσταλγία αντιπροσωπεύει φόρο τιμής σε κάτι σημαντικό που έχουμε βιώσει και έχει καταστεί απρόσιτο είτε από το πέρασμα του χρόνου είτε από την αποδόμηση του ίδιου του αντικειμένου της νοσταλγίας, με κορυφαίο παράδειγμα και για τις δύο εκδοχές τα παιδικά μας χρόνια. Η νοσταλγία διαμορφώνει μία σταθερά μέσα στην ενίοτε άγρια ροή του εφήμερου τώρα, σταθερά που παρέχει ευστάθεια, αλλά και μπορεί να καταστεί αλυσίδα.

Η υπέρβαση αυτού του αμφίσημου νοσταλγικού δεσμού είναι εφικτή μέσα από την ιστορικοποίηση της νοσταλγικής αναφοράς με παράλληλη αξιοποίηση των υλικών της για τη συγκρότηση ενός ιδεώδους τού εγώ που φωτίζει την ενεργό δέσμευση στο τώρα και το αύριο».

Κατά πόσο «ο πολιτισμός μας, θέατρο ανεξάντλητο σκηνών αποχαιρετισμού» –φράση δανεική από τους συγγραφείς του βιβλίου– «εμπεριέχει και καλλιεργεί την τέχνη του αποχαιρετισμού ως προς όσα χάνονται», έτσι ώστε να νοσταλγούμε δίχως να νοσούμε;

Αν αναλογιστούμε πως ο άνθρωπος της ρευστής νεωτερικότητας-ιθαγενής του διαδικτύου δεν αφήνεται με ευκολία στον πόνο αλλά τον καμουφλάρει με αντίδοτα, αρνείται τη θλίψη του αποχωρισμού, διασπώντας την προσοχή του και «καταπίνοντας το τραύμα», τότε μάλλον ο σύγχρονος πολιτισμός δεν μας έχει εξοπλίσει επαρκώς με καλούς μηχανισμούς αποχαιρετισμού των απολεσθέντων.

Γι’ αυτόν τον λόγο και θα πρέπει να μεριμνήσουμε οι ίδιοι, να ανασύρουμε από τη φαρέτρα μας ψυχικά εργαλεία –όταν χρειάζεται και με τη βοήθεια ειδικών– για να επιτελούμε τους «αλλεπάλληλους αποχαιρετισμούς» δεδομένου πως αυτό που (θα) είμαστε, (θα) εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που βιώνουμε τις απώλειές μας. Διότι εάν υπάρχει ένα θέμα που θα μας αφορά πάντα όλους –ανεξάρτητα από την ψυχική μας δομή– αυτό είναι το ζήτημα του «καλού αποχαιρετισμού» των όμορφων και των άσχημων «σταθμών» μας…