ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πάνω στα φύλλα του φθινοπώρου πατούν τα τραπεζάκια του Σεπτέμβρη. Σε πλατείες, σε πεζόδρομους και σε δρόμους. Γύρω τους παρέες που ξανάσμιξαν, αλλά και μοναχικοί, προσπαθούν να συντονιστούν στην αλλαγή της εποχής. Το καλοκαίρι βγαίνει από το δέρμα μας σιγά σιγά, ξεφλουδίζεται, απομακρύνεται και στα τραπεζάκια πλησιάζουν αθλητικά παπούτσια και μακριά παντελόνια. Πρώτη ψύχρα, κι οι ζεστοί καφέδες πάνε κι έρχονται, κι οι λεκέδες από το κόκκινο κρασί είναι περισσότεροι.

Ομως αυτό που βαραίνει τα τραπεζάκια περισσότερο είναι οι αγκώνες των ανθρώπων. Στηρίζονται πάνω τους συνήθως οι προβληματισμένοι. Κι αυτόν τον Σεπτέμβρη είναι πολλοί. Πέρασε ένα βαρύ καλοκαίρι, αλλά το καλοκαίρι είναι πάντα μια υπόσχεση χαράς και δεν αντιλαμβάνεσαι ή δεν θέλεις να αντιληφθείς τις δυσκολίες. Ομως τι χειμώνας θα έρθει; Αυτή η ανασφάλεια βαραίνει τα τραπεζάκια σε όλη τη χώρα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως αν ο Πονζ ξαναέγραφε τη «Φωνή των Πραγμάτων» και προσπαθούσε να εκφραστεί για λογαριασμό τους, όπως πολύ επιτυχημένα έπραξε στο βιβλίο του, θα ξεχώριζαν τα τραπεζάκια των μαγαζιών. Που λύνονται και δένονται, που κατά την πανδημία έμειναν φυλακισμένα σε αχρηστία. Και που τώρα δεν ξέρουν κι αυτά τι τα περιμένει.

Ο Πονζ θα παρατηρούσε με σεβασμό, με απόλυτη φροντίδα να μην ενοχλήσει το αντικείμενο, τις βαθύτατες «σκέψεις» του. Μια ματιά προσαρμοσμένη τέλεια στις λεπτομέρειές της, ώστε τα λόγια να φέρονται στο αντικείμενο με τη θέση που κατέχει στη ζωή των ανθρώπων.

Στα τραπεζάκια του Σεπτέμβρη συχνά γράφαμε τα σχέδια του χειμώνα. Τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε σχέδια. Σε κατάσταση αναμονής περιμένουμε το πράσινο φως της ζωής. Πάνω στα τραπεζάκια τώρα περισσότερο από ποτέ οι άνθρωποι αναστενάζουν. Τώρα περισσότερο από ποτέ ακούω από τους ανθρώπους τον σεφερικό λόγο:

«Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι, σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει,

γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια, στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε

στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν, στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως

σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι, στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές

καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν, χιλιάδες χλωμές προσωπίδες».

Θα το παλέψουμε, ψιθυρίζω. Περάσαμε ήδη δύο δύσκολους χειμώνες. Κοιτάζω το μαρμάρινο τραπεζάκι της πλατείας, πάνω του ακουμπούν ο καφές μου και η ελπίδα μου πως άνθρωποι και πράγματα δεν θα σταματήσουμε να αλληλοστηριζόμαστε.