Αίσθηση προκάλεσε σε πολλούς λάτρεις της «ελεύθερης» αγοράς η απόφαση του Συλλόγου Εργαζόμενων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να προβεί σε συμβολική τρίωρη στάση εργασίας την περασμένη Τρίτη, διεκδικώντας από τον υπουργό Οικονομικών να μην κάνει δεκτές τις προτάσεις πορίσματος νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που, κατά τη γνώμη του συλλόγου, θέτουν υπό ανοικτή παραβίαση τη θεσμική ανεξαρτησία του θεσμού. Μάλιστα ήταν τόση η έκπληξη ορισμένων οικονομικών, ηλεκτρονικών και μη, εντύπων που δεν ανέφεραν καν την αντίδραση του συλλόγου, αποτιμώντας την ενδεχομένως ως μια ευτελή συντεχνιακή αντίδραση.
Κι όμως οι καταγγελίες του συλλόγου για διοικητικές παρεμβάσεις, που θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία η οποία πρέπει να διέπει τη λειτουργία και τους ελέγχους που κάνει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, θα έπρεπε να προβληματίσουν όλους όσοι διατείνονται ότι συντάσσονται με τα υγιή στοιχεία της αγοράς.
Κι όχι μόνο γιατί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει μεγάλη εξουσία σε όλες τις χώρες. Αποτελεί έναν μηχανισμό, ίσως τον βασικότερο, που μπορεί να προστατεύσει τους μικρομετόχους των εισηγμένων εταιρειών από τις απάτες. Κυρίως είναι το εργαλείο προστασίας για τους μικρομετόχους που δεν έχουν τη δυνατότητα ελέγχου, όπως την έχουν οι μεγαλομέτοχοι των εισηγμένων και μη εταιρειών, οι οποίοι συνήθως συμμετέχουν και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων.
Εξίσου μεγάλης προσοχής χρήζουν οι ανησυχίες του συλλόγου για προτάσεις που προετοιμάζουν -εφόσον νομοθετηθούν- διοικητικές παρεμβάσεις, οι οποίες οδηγούν σε αδιαφάνεια σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση υποτίθεται ότι θέλει να κάνει πιο φιλικές τις επενδύσεις στις ΜΜΕ.
Ουδείς διατείνεται ότι δεν παρατηρούνται φαινόμενα ελέγχων που πρέπει να κάνει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και μπαίνουν στο συρτάρι εάν υπάρχουν ισχυρές πολιτικές πιέσεις. Ομως η θεσμοθέτηση διαδικασιών που δίδουν απεριόριστη δικαιοδοσία για την παρέμβαση της εκάστοτε κυβέρνησης και του εκάστοτε υπουργού Οικονομικών θα αποτελέσει το τέλος της όποιας ανεξαρτησίας της. Και σε αυτό θα συμβάλουν όχι μόνο οι παράλληλοι διοικητικοί μηχανισμοί που προτείνονται στο σχέδιο, ούτε οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί αξιολόγησης που απλώς θα σπρώχνουν προς τα έξω, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, τα ενοχλητικά στελέχη, αλλά και σωρεία άλλων -ακίνδυνων με την πρώτη ματιά- προτάσεων του πορίσματος.
Μια διάταξη του πορίσματος, που αξίζει να ελεγχθεί και για τη συνταγματικότητά της ως προς τη διάκριση των εξουσιών, είναι αυτή που ορίζει ως πρόεδρο του Συμβουλίου Κυρώσεων δικαστικό λειτουργό της διοικητικής Δικαιοσύνης εν ενεργεία ή επί τιμή (παράγραφος 2 του άρθρου 21). Ο πρόεδρος, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, αναπληρώνεται από πρόσωπο που διαθέτει την ανωτέρω δικαστική ιδιότητα και διορίζεται ως αναπληρωτής του. Εφόσον ως πρόεδρος του Συμβουλίου Κυρώσεων επιλέγεται δικαστικός λειτουργός εν ενεργεία και αυτός συνταξιοδοτηθεί πριν από τη λήξη της θητείας του, η σχετική ιδιότητά του διατηρείται έως τη λήξη της θητείας του ως προέδρου. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του αναπληρωτή του.
Επίσης, πώς είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι πρόστιμα που επιβάλλονται από το Συμβούλιο Κυρώσεων θα εισπράττονται με τη διαδικασία του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) στο όνομα και για λογαριασμό της Ανεξάρτητης Αρχής και θα αποδίδονται σε αυτήν;
Σε ό,τι αφορά δε τη διαδικασία «αξιολόγησης» που προβλέπεται, να σημειωθεί ότι αυτή -κατά παρέκκλιση με ό,τι ισχύσει σε άλλες αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες- θα διενεργείται στη βάση της από τρίτους, υποδεικνυόμενους… πάλι από τον υπουργό Οικονομικών. Αλλά και γι’ αυτούς δεν προσδιορίζεται κανένα κριτήριο καταλληλότητας για το έργο αυτό. Στο πόρισμα δεν αποτυπώνεται ούτε προβλέπεται οποιοδήποτε πλαίσιο εντός του οποίου θα διενεργείται αυτή η «αξιολόγηση».
