ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«…Δεν είναι λαός αυτός βρε αδελφέ. Τέτοια καταπληκτικά γεγονότα εκτυλίσσονται που θα μπορούσαν όχι μία Κυβέρνηση […] να σαρώσουν, αλλά ολόκληρα καθεστώτα κι αυτός δε δείχνει καμία συγκίνηση. Κοίταξε αν άλλαξε τίποτα από την ζωή της πόλεως. Ολα τα ίδια όπως τα ηξεύραμε. Τα κέντρα γιομάτα πάντοτε κόσμο που συζητά ηρεμώτατα τις υποθεσούλες του…».

Αυτές οι λίγες αράδες δεν είναι απόσπασμα κειμένου που γράφτηκε πρόσφατα. Είναι η περιγραφή της «κανονικότητας» όπως την περιέγραφε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» της Πέμπτης 1η Σεπτεμβρίου 1922 στη στήλη «Κόκκινες Πινελιές». Σ’ αυτές τις λίγες φράσεις ανακαλύπτεις τη στάση των ανθρώπων που βρίσκονται κατάφατσα με μια καταστροφή. Γιατί την ίδια στιγμή που «τα κέντρα [ήταν] γιομάτα κόσμο» στον Πειραιά και στα νησιά του Αν. Αιγαίου τα καράβια ξεφόρτωναν χιλιάδες τρομοκρατημένους πρόσφυγες, ο Σουηδός πρόξενος της Σμύρνης ανέφερε ότι «200.000 χριστιανοί είναι εγκαταλειμμένοι στην Σμύρνη» και οι ανταποκριτές των εφημερίδων μετέδιδαν ότι «40.000 πρόσφυγες έχουν συγκεντρωθεί στις νήσους του Μαρμαρά και αναζητούν τρόπο να μεταφερθούν στην Θράκη».

«Περσινά ξινά σταφύλια» θα σκεφτούν κάποιοι. «Περσινά» το δίχως άλλο. Αλλά τα αμπέλια εξακολουθούν να προσφέρουν «σταφύλια» και αν κανείς δεν ξέρει πώς να τα «καλλιεργήσει», τότε είναι καταδικασμένος αντί για γλυκόπιοτο κρασί να πίνει ξίδι.

Σε κάθε περίπτωση η σύγκριση με το παρελθόν βοηθά όχι μόνο να κατανοήσεις το παρόν, αλλά και να αυτοπροσδιοριστείς τόσο ως άνθρωπος όσο και ως κοινωνία. Σήμερα μπορεί να μη ζούμε τις μέρες του ’22, αλλά κινούμαστε σε ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων και καταστροφικών κρίσεων. Οι δεσμεύσεις που έχουν επιβάλει με τα μνημόνια οι «φίλοι» μας οι Γερμανοί, οι καταστροφικές επιπτώσεις στην οικονομία από το πέρασμα της πανδημίας και η συστηματική προσπάθεια ΟΛΩΝ των κυβερνήσεων από το 2010 μέχρι τώρα να φορτώσουν τα βάρη στους αδύναμους, στους ευάλωτους και σε αυτούς που δεν έχουν ισχύ, έχουν διαμορφώσει βίαια μια νέα κανονικότητα. Φτάνει να σκεφτείς ότι το παιδί που γεννήθηκε τη στιγμή που ο Παπανδρέου έβαζε την υπογραφή του στο πρώτο Μνημόνιο είναι τώρα έφηβος, ότι ο έφηβος του 2010 είναι σήμερα ενήλικος σε παραγωγική ηλικία, ότι ο τωρινός συνταξιούχος μπορεί ως εργαζόμενος που είχε μπροστά του χρόνια δουλειάς να ήταν στους δρόμους αρνούμενος να δεχτεί τη «μεταρρύθμιση Γιαννίτση», ότι πολλοί συνταξιούχοι του τότε σήμερα δεν βρίσκονται στη ζωή, ότι…, για να αντιληφθείς τη σημασία της μνήμης στην αντίληψη της «κανονικότητας». Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι σήμερα για τη συντριπτική πλειοψηφία η «κανονικότητα» της πρώτης δεκαετίας του αιώνα φαντάζει σαν ωραίο παραμύθι με «πριγκιπόπουλα» και «βασιλοπούλες».

Υπό το πρίσμα αυτό οι εικόνες με τα «κέντρα γιομάτα πάντοτε κόσμο που συζητά ηρεμώτατα τις υποθεσούλες του…» είναι όχι απλώς κατανοητή, αλλά και αναμενόμενη. Το να μένεις ασυγκίνητος σε «τέτοια καταπληκτικά γεγονότα που θα μπορούσαν όχι μία Κυβέρνηση να σαρώσουν, αλλά ολόκληρα καθεστώτα» δεν είναι μόνο θέμα προσωπικής στάσης. Είναι το φυσιολογικό αποτέλεσμα που έχει η αυθαίρετη, βίαιη, μεθοδική, συστηματική και ύπουλη απόπειρα του πολιτικού συστήματος να μετατρέψει το άγος σε «κανονικότητα».

Η συνεχής προσπάθεια -είτε με φυσικούς τρόπους είτε με τεχνητούς- όλων των κυβερνήσεων να αλλοιώσουν ή και να διαγράψουν ανεπιθύμητα κομμάτια της συλλογικής και ατομικής μνήμης ώστε να διαμορφώσουν μια «κανονικότητα» στα μέτρα τους ήταν -και είναι -ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να συμβιβαστούν οι άνθρωποι με τη μιζέρια και τη δυστυχία της καταστροφής. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι θεωρούν κανονικότητα τη γυμνή γη που έχει σαν στέμμα δάση ανεμογεννητριών, επειδή ξέχασαν -ή δεν γνώρισαν- τα δάση που υπήρχαν στο ίδιο μέρος μόλις πριν από λίγα χρόνια. Αναλογιστείτε πόσοι εργαζόμενοι θυμούνται τις δρακόντειες διατάξεις που ίσχυαν για την προστασία του οκτάωρου και της πλήρους απασχόλησης. Προσπαθήστε να ανακαλέσετε από τη μνήμη τις παραλίες χωρίς «επενδυτές».

Μετά προσπαθήστε να αντιληφθείτε για πόσα σημερινά παιδιά οι ουρανοξύστες και τα καζίνα που θέλει να φυτέψει ο Λάτσης στο Ελληνικό σε λίγα χρόνια θα αποτελούν «κανονικότητα». Και αν όλα αυτά σας φαίνονται κουραστικά, γυρίστε πίσω στην 1η Σεπτεμβρίου 1922 και συγκρίνετε την «κανονικότητα» που περιγράφει ο αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» με αυτήν που οι ίδιοι άνθρωποι αποδέχτηκαν μόλις τρία χρόνια μετά.

Εχοντας κατά νου την Ιστορία των 99 χρόνων, η φυσιολογική απάντηση στην «επιστροφή στην κανονικότητα» που επικαλείται ο κ. Μητσοτάκης για να επιβάλλει τα «θέλω του» είναι η ερώτηση: «Σε ποιου την κανονικότητα; Στη δική σας ή στη δική μας;»

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας