ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για «εξαιρετική επιτυχία της αποστολής» απομάκρυνσης «του 90% των Αμερικανών που το επιθυμούσαν» από το Αφγανιστάν, η οποία «οφείλεται στην εκπληκτική ικανότητα, στη γενναιότητα και στο ανιδιοτελές θάρρος του στρατού, των διπλωματών και των επαγγελματιών των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ» έκανε λόγο ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν στο -καθυστερημένο κατά δύο ώρες βάσει του αρχικού προγραμματισμού- χθεσινοβραδινό διάγγελμά του: το πρώτο μετά την ταπεινωτική, άτακτη και εσπευσμένη κατά μία ημέρα αποχώρηση των ΗΠΑ, σαν τους κυνηγημένους μέσα στη νύχτα της Δευτέρας, από το Αφγανιστάν και την Καμπούλ.

«Αναλαμβάνω την ευθύνη για την απόφαση» της στρατιωτικής αποχώρησης, υπογράμμισε, που ελήφθη με «την ομόφωνη σύσταση των πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων μου». «Η επιλογή ήταν να φύγουμε ή να υπάρξει κλιμάκωση» πρόσθεσε, απειλώντας εκ νέου με αντίποινα το αφγανικό παρακλάδι του «Ισλαμικού κράτους». «Ομως ο κόσμος αλλάζει» τόνισε μιλώντας για την αντιπαλότητα των ΗΠΑ με την Κίνα και τη Ρωσία. «Ηταν η ώρα να τερματίσουμε αυτόν τον πόλεμο…».

Οσο όμως κι αν ο -βαλλόμενος πανταχόθεν- Τζο Μπάιντεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα για τις χαοτικές εικόνες που εκτυλίχθηκαν τις προηγούμενες μέρες στην αφγανική πρωτεύουσα, η αλήθεια παραμένει μία. Σε ένα βαρύ πλήγμα αξιοπιστίας οι ΗΠΑ ηττήθηκαν στον 20ετή -μακροβιότερο στην ιστορία τους- πόλεμο στο Αφγανιστάν, παραδίδοντας τη χώρα, την οποία υποτίθεται ότι θα εκδημοκράτιζαν, πίσω σε αυτούς που εξ αρχής πολεμούσαν: τους ακραίους Ταλιμπάν.

Πολύ βολικά -ίσως για άπαντες- οι τελευταίοι επιχειρούν να πλασαριστούν ως «ρεαλιστές», «μετριοπαθείς Ταλιμπάν 0.2», με τους οποίους -αν και η Ουάσινγκτον τους χαρακτηρίζει επίσημα τρομοκρατική οργάνωση- το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δηλώνει τώρα έτοιμο για συνεργασία υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.

Να μην επιτρέψουν να ξαναγίνει το Αφγανιστάν ορμητήριο τρομοκρατίας -την ώρα που το αφγανικό παρακλάδι του «Ισλαμικού κράτους» κάνει επίδειξη ισχύος και ηγετικά στελέχη της Αλ Κάιντα επιστρέφουν μετά… «βαΐων και κλάδων» στα αφγανικά εδάφη.

Να μην επαναφέρουν τον σκοταδισμό του προηγούμενου καθεστώτος τους κατά τη δεκαετία του ’90 – ενόσω οι γυναίκες έχουν διαταχθεί να μείνουν κλεισμένες στα σπίτια τους και οι αντίπαλοί τους απειλούνται, εξαφανίζονται ή εκτελούνται. Και πρωτίστως να επιτρέψουν την εφεξής απρόσκοπτη αποχώρηση όσων -άγνωστου επισήμως συνολικού αριθμού- ξένων υπηκόων και Αφγανών συνεργατών η Δύση άφησε πίσω, στη τύχη τους, μέσα στο απόλυτο χάος της βεβιασμένης, αιματηρής και χωρίς σχεδιασμό αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων.

Δεσμεύσεις

Ως δείγμα του ευαγγελιζόμενου ως αναγεννημένου προφίλ τους -με διακύβευμα τη διεθνή νομιμοποίησή τους και την αποτροπή της ήδη ορατής κατάρρευσης της αφγανικής οικονομίας και ενός νέου προσφυγικού κύματος προς τη Δύση- οι Ταλιμπάν έχουν πράγματι δεσμευτεί σε όλα τα παραπάνω.

Και στις υποτιθέμενες ειρηνευτικές συνομιλίες στην Ντόχα (όπου πλέον μεταφέρθηκε η διπλωματική αποστολή των ΗΠΑ στην Καμπούλ, σε αντίθεση με τις πρεσβείες Τουρκίας, Κίνας και Ρωσίας που παραμένουν σε λειτουργία στην αφγανική πρωτεύουσα).

Αλλά και στα εν εξελίξει «παζάρια» με τον Λευκό Οίκο, την Τουρκία και το Κατάρ ως προς το διεθνές αεροδρόμιο της Καμπούλ, γύρω από την ασφάλεια και τη διαχείριση του οποίου εξελίσσεται ένα οργιώδες παρασκήνιο (βλ. χθεσινή «Εφ.Συν.», «“Αυλαία” στον πόλεμο, συνέχεια της τραγωδίας», σελ. 25).

Αντανακλώντας τον φόβο των -ξανά απροετοίμαστων- Ευρωπαίων μπροστά στο νέο προσφυγικό κύμα, το «άδειασμα» από τις νατοϊκές συμμάχους ΗΠΑ και τις τεκτονικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, αλλά και σε μια κυνική παραδοχή της διαρκούς «ομηρίας» των «27» από την Αγκυρα στο προσφυγικό, η Γερμανίδα απερχόμενη καγκελάριος Μέρκελ έσπευσε χθες να επαναλάβει την ετοιμότητα του Βερολίνου στην παροχή τεχνικής υποστήριξης για την επαναλειτουργία του αεροδρομίου της Καμπούλ.

Εξέλιξη που θα ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή των εγκαταλειμμένων (και) από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στα αφγανικά εδάφη υπηκόων και χιλιάδων Αφγανών συνεργατών τους ως ζωντανά «λάφυρα» στα χέρια των Ταλιμπάν. Οι πολιτικές επιπτώσεις του κάκιστου χειρισμού της κρίσης γίνονται ωστόσο ήδη εμφανείς. Από τη Γερμανία και το Λονδίνο έως κυρίως την Ουάσινγκτον οι κυβερνήσεις καλούνται πιεστικά πια να δώσουν απαντήσεις για το ιστορικό φιάσκο.

Στριμωγμένος στα «σχοινιά» από τους Ρεπουμπλικανούς -στελέχη των οποίων ζητούν τώρα… εκ του ασφαλούς μέχρι και την παραπομπή του σε δίκη με το ερώτημα της καθαίρεσης, που δεν πρόκειται να περάσει από τους Δημοκρατικούς παρά τη δική τους δυσαρέσκεια, στο Κογκρέσο-, ο Μπάιντεν ζει πλέον το «Βατερλό» της «άγουρης» προεδρίας του.

Δημοσκόπηση

Σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, που διενεργήθηκε την περίοδο 27-30 Αυγούστου (προ της στρατιωτικής αποχώρησης από την Καμπούλ και στον απόηχο της αιματηρής τρομοκρατικής επίθεσης στο διεθνές αεροδρόμιό της με τους 13 νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες), το 51% δεν εγκρίνει τους χειρισμούς Μπάιντεν στο θέμα της αποχώρησης έναντι 38% που τη στηρίζουν. Το 49% θεωρεί ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ έπρεπε να έχουν παραμείνει στο Αφγανιστάν «μέχρι να απομακρυνθούν όλοι οι Αμερικανοί πολίτες και οι Αφγανοί συνεργάτες τους».

Το 20% πιστεύει ότι ο Μπάιντεν «ευθύνεται κυρίως για την παρούσα κατάσταση» στην κρίση με το Αφγανιστάν έναντι 10% που επιρρίπτει την ευθύνη στον πρώην πρόεδρο Τζορτζ Μπους -ο οποίος άρχισε τον πόλεμο στο 2001- και μόλις 9% στον Ντόναλντ Τραμπ, που συμφώνησε αρχικά με τους Ταλιμπάν την αμερικανική στρατιωτική αποχώρηση.

Το 30% αποδίδει ευθύνες σε άλλους «παίκτες» στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των Ταλιμπάν, του αφγανικού στρατού (που παραδόθηκε αμαχητί), των επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ (την «κεφαλή» των οποίων «επί πίνακι» ζητούν πολλοί τώρα στις ΗΠΑ ) και του αφγανικού βραχίονα του «Ισλαμικού κράτους»: του ISIS-K, η τρομοκρατική απειλή του οποίου έχει πλέον σημάνει «κόκκινο» συναγερμό στις δυτικές πρωτεύουσες με πλείστες όσες αναφορές για επικείμενο μπαράζ πυραυλικών πληγμάτων κατά θέσεων και μαχητών του.