Tι αντικατοπτρίζει η παιδαγωγική αντιμετώπιση της διγλωσσίας και της διαφορετικότητας για την εθνική εκπαιδευτική πολιτική; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι Ελληνες διδάσκοντες δεν έχουν εκπαιδευτεί ακόμα επαρκώς στη διαπολιτισμική διδασκαλία, ενώ καλούνται να εργαστούν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα μιας πολυπολιτισμικής πλέον κοινωνίας; Για ποιο λόγο απουσιάζει η ψυχαναλυτική κατανόηση από τη σχολική τάξη; Και γιατί συζητάμε ακόμα τα αυτονόητα σε πολιτικό επίπεδο;
Πάει καιρός που η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού έχει αλλάξει στη χώρα μας. Κι όμως υπάρχουν πολιτικοί που αμφισβητούν το αναφαίρετο δικαίωμα πρόσβασης των μικρών προσφύγων στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Παράλληλα το ελληνικό σχολείο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το μορφωτικό κεφάλαιο που φέρουν οι δίγλωσσοι μαθητές, ενώ δεν γνωρίζει ούτε πώς να προσεγγίσει τους μετανάστες γονείς, έτσι ώστε οι μαθητές να αποδώσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους και να αναδειχθούν τα ατού της μεταγλωσσικής επίγνωσης που διαθέτουν τα παιδιά που έχουν μάθει να κατοικούν –έστω και σε πρώτο πλάνο «αδέξια»– δύο γλώσσες και δύο πολιτισμούς.
Οι μαθητές από τις μακρινές χώρες που μεταναστεύουν από τη μια γλώσσα στην άλλη θέλουν να μάθουν και να ενσωματωθούν, να κάνουν φίλους και να βγάλουν ρίζες. Ολα τους είναι φορείς των εμπειριών που έχουν ήδη αποκτήσει στην προηγούμενη ζωή τους σε σχέση με τους άλλους και με τον εαυτό τους. Η μεταβιβαστική σχέση που θα αναπτυχθεί μεταξύ αυτών των παιδιών και του εκπαιδευτικού αλλά και των συμμαθητών τους είναι καθοριστική για τους ρόλους που θα αναπαράξουν στο νέο κοινωνικό πλαίσιο.
Κι όμως το ελληνικό σχολείο δεν μοιάζει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Οπως δεν ανταποκρίνεται ούτε η ίδια η πολιτεία σε αυτές, με αποτέλεσμα τα περισσότερα παιδιά προσφύγων να είναι αποκλεισμένα από την εκπαιδευτική διαδικασία. Παρ’ όλο που εγγράφονται στα ελληνικά σχολεία δεν φοιτούν σε αυτά, είτε γιατί απαγορεύεται η έξοδός τους από τα κέντρα φιλοξενίας είτε γιατί δεν διαθέτουν εξοπλισμό για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση είτε γιατί ήρθαν αντιμέτωπα με την αρνητική στάση των διευθυντών σχολικών ιδρυμάτων. Και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.
Βάσει των στοιχείων της ετήσιας έκθεσης για την εκπαίδευση για τους πρόσφυγες της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, «παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε ορισμένους τομείς, η συνεχής αύξηση του παγκόσμιου αναγκαστικού εκτοπισμού σημαίνει ότι σχεδόν τα μισά παιδιά πρόσφυγες σε όλο τον κόσμο παραμένουν εκτός σχολείου».
Στη χώρα μας, πριν από μερικούς μήνες, η έκθεση της «Υποστήριξης Προσφύγων στο Αιγαίο» έδειξε κάθετη πτώση των εγγεγραμμένων προσφύγων-μαθητών από την ανάληψη της κυβέρνησης της Ν.Δ. Οπως προέκυψε από τα στοιχεία, ελάχιστοι εγγεγραμμένοι μαθητές παρακολουθούν μαθήματα, όπως πιστοποιούν εκπαιδευτικοί που δραστηριοποιούνται στην εκπαίδευση προσφυγόπουλων, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς του υπουργείου Παιδείας ότι το 90% των εγγεγραμμένων προσφυγόπουλων παρακολουθεί μαθήματα. Πρόσφατα ο βουλευτής της Ν.Δ. Κωνσταντίνος Μπογδάνος κοινοποίησε ονομαστικό κατάλογο μαθητών νηπιαγωγείου, στοχοποιώντας για ακόμα μία φορά ανήλικα παιδιά σε επισφάλεια και παραβιάζοντας προσωπικά δεδομένα.
Η συνέχεια είναι γνωστή και δεν αφορά τη συγκεκριμένη σελίδα… Το ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι τι είδους άνθρωποι είμαστε όταν αντιμετωπίζουμε την παρουσία των ξένων μαθητών στα σχολεία μας ως απειλή… και τι είδους ανθρώπους θα δημιουργήσουμε μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική που έχουμε χαράξει.
Το σχολείο, ως γνωστόν, είναι σημαίνον που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ψυχική πορεία και εξέλιξη ενός παιδιού. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι η μεταφορά σημαινόντων –δηλαδή μεταφορά γνώσης– από τον καθηγητή στον μαθητή. Αυτή η μεταφορά είναι εφικτή υπό την προϋπόθεση πως υπάρχει θετική μεταβίβαση: κάποιος μπορεί να μάθει όταν αγαπά… Μόνο που το ελληνικό μαθητικό σώμα διαπερνάται από κοινωνικές και φυλετικές αντιθέσεις, ενώ το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να αξιοποιήσει τη γλωσσική/πολιτισμική ετερότητα.
Σε αυτή την περίπτωση η εκπαίδευση δεν μπορεί να λειτουργήσει και ως διαδικασία ένταξης και αλληλεπίδρασης. Το μάθημα παύει, συνεπώς, να είναι η συνάντηση πολλών διαφορετικών πραγματικοτήτων, όπου κάθε μαθητικό υποκείμενο μπορεί να επενδύσει με τον δικό του τρόπο τα αντικείμενα του περιβάλλοντος της τάξης και να επιθυμήσει τη γνώση, δηλαδή να επιθυμήσει την απόκτηση και την οικειοποίηση σημαινόντων που του προσφέρονται από τον Δάσκαλο.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, πριν από αρκετά χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες στην εκπαίδευση εξαιτίας στερεοτύπων και προκαταλήψεων, προώθησε τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, προάγοντας τον σεβασμό στην ετερότητα. Απώτερος στόχος ήταν –μέσα από την ανατροπή του μονοπολιτισμικού προσανατολισμού της εκπαίδευσης– η αρμονική συνύπαρξη μαθητών με διαφορετικές γλωσσικές καταβολές και η ανάπτυξη διομαδικών σχέσεων, οι οποίες θα βασίζονται στην αποδοχή, την ενσυναίσθηση, την επικοινωνία.

Τι έφταιξε και η ελληνική σχολική τάξη, δηλαδή εκπαιδευτικοί και μαθητές, δεν έχει μάθει ακόμα να προσλαμβάνει θετικά την ετερότητα; Γιατί υπάρχουν ακόμα γονείς, κηδεμόνες και κυβερνώντες που αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν αντιμετωπίζουν τα παιδιά από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα ως πιθανούς καταστροφείς της πολιτισμικής μας ταυτότητας;
«Αποτυγχάνουμε απέναντι στους πρόσφυγες όταν δεν τους δίνουμε τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις ικανότητες και τη γνώση που χρειάζονται για να επενδύσουν στο μέλλον τους», είχε πει ο Filippo Grandi, ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, εξηγώντας γιατί το σχολείο είναι στην πραγματικότητα ο τόπος όπου δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία στους ξεριζωμένους.
Η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική δεν είναι σε θέση να δώσει αυτή την ευκαιρία γιατί είναι φοβική απέναντι στο ξένο και το διαφορετικό. Ετσι, δεν ασπάζεται τα ανθρωπιστικά ιδανικά, δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και παθολογικοποιεί ή εξοστρακίζει οτιδήποτε δεν αναγνωρίζει.
Για να αλλάξει αυτό και να επιτευχθεί στροφή στην εκπαιδευτική προσέγγιση θα πρέπει να προηγηθεί η θεραπεία της φοβικής διαταραχής της ελληνικής πολιτείας που αποστερεί σε όλους μας τα ευεργετικά οφέλη της διαπολιτισμικής συνύπαρξης. Για να πετύχει, ωστόσο, η όποια «ψυχοθεραπεία», θα πρέπει να έχει προηγηθεί η αναγνώριση του «συμπτώματος… της φοβίας».
