Η πλήρης έγκριση στις ΗΠΑ του εμβολίου της Pfizer κατά του κορονοϊού πυροδότησε αυτό που όλοι περίμεναν: η μία μετά την άλλη μεγάλες επιχειρήσεις επιβάλλουν τον εμβολιασμό των εργαζομένων τους, σε κάποιες περιπτώσεις και των πελατών τους.
Από την αρχή της ερχόμενης εβδομάδας, τα φαρμακεία CVS, η πετρελαϊκή εταιρεία Chevron, η Disney και η τράπεζα Goldman Sachs ζητούν σε όλους ή σε μέρος των εργαζομένων τους να παρουσιάζουν απόδειξη ότι έχουν πράγματι εμβολιαστεί. Από τον Ιούνιο, το ίδιο είχαν κάνει η τράπεζα Morgan Stanley και η εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων BlackRock, ενώ οι Google, Facebook και Uber είχαν απαγορεύσει επισήμως την έλευση στα γραφεία τους εργαζομένων που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως.
Η American Airlines «ενθαρρύνει έντονα» τους εργαζομένους της να κάνουν εμβόλιο, όμως αρνείται προς το παρόν να τους υποχρεώσει. Ωστόσο, προσφέρει μία ημέρα επιπλέον άδειας και 50 δολάρια σε όποιον εργαζόμενο εμβολιαστεί.
Η επίσης αεροπορική Delta ανακοίνωσε πως επιβάλλει επιπλέον ασφάλιστρο υγείας 200 δολαρίων το μήνα στους μη εμβολιασμένους εργαζομένους της, για να αντισταθμίσει «τον οικονομικό κίνδυνο που δημιουργεί για την επιχείρηση η απόφαση μη εμβολιασμού».
Οι Amazon, Home Depot, FedEx, UPS ή Target, που απασχολούν πολλές χιλιάδες εργαζόμενους, δεν έχουν ακόμα μιλήσει για υποχρέωση εμβολιασμού, ενώ ούτε η Walmart έχει επιβάλει τον εμβολιασμό, με εξαίρεση τους εργαζομένους στην έδρα της και όχι στους υπαλλήλους των καταστημάτων και των αποθηκών της.
Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που επικαλούνταν την άρνησή τους να εμβολιαστούν, αποδίδοντας τις επιφυλάξεις του; εν μέρει στο γεγονός ότι τα εμβόλια όλων των εταιρειών δεν είχαν ακόμη παρά μόνο επείγουσα έγκριση χρήσης στις ΗΠΑ.
Οι αποφάσεις αυτές πάντως έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, με τους χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να κατηγορούν τις επιχειρήσεις που καθιστούν υποχρεωτικό τον εμβολιασμό, ότι παραβιάζουν βαθιά τις ατομικές ελευθερίες σε μια χώρα που τις θεωρεί θεμελιώδη αξία.
Ήδη, βουλευτής της πολιτειακής βουλής της Φλόριντα, ο Ρεπουμπλικάνος Άντονι Σαμπατίνι, κατέθεσε νομοσχέδιο για να απαγορευτεί μια τέτοια διάταξη. Επίσης, πολλοί απειλούν με προσφυγές στα δικαστήρια, οι οποίες σύμφωνα με πολλούς νομικούς δεν αναμένεται να επιφέρουν αποτελέσματα, ακόμη και αν υπάρξει απόλυση λόγω μη εμβολιασμού.
Το Μάιο, η αμερικανική ομοσπονδιακή υπηρεσία, που είναι αρμόδια για το σεβασμό των νόμων κατά των διακρίσεων στην εργασία (EEOC), ανακοίνωσε πως η υποχρέωση ενός εργαζομένου να παρουσιάζει απόδειξη εμβολιασμού δεν αντιβαίνει στο δικαίωμα στην εργασία, ενώ στα μέσα Ιουνίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο του Χιούστον απέρριψε προσφυγή εργαζομένων στο Νοσοκομείο Μεθοδιστών του Χιούστον κατά της αρχής του υποχρεωτικού χαρακτήρα του εμβολιασμού. Επίσης, τον Αύγουστο, δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου αρνήθηκε να παραπέμψει στο δικαστήριο παρόμοια υπόθεση.
«Από την αρχή Ιουλίου, έχουμε την πεποίθηση πως τα μέτρα υποχρεωτικού εμβολιασμού είναι δυνατά από νομική άποψη, από τη στιγμή που προβλέπεις εξαιρέσεις για λόγους υγείας ή θρησκευτικών πεποιθήσεων», σύμφωνα με τον ειδικό στα εργατικά δικαιώματα Μαρκ Γκόλντσταϊν. «Είμαι σίγουρος πως θα υπάρξουν προσφυγές, όμως τα δικαστήρια και η κυβέρνηση δεν φαίνεται ότι θα τις κάνουν δεκτές», λέει.
