Yπό μεγάλη πίεση βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία άφησε ανεξέλεγκτα τα πάντα για χάρη του τουρισμού, ενώ δεν έκανε όσα θα μπορούσε για να πείσει τους διστακτικούς πολίτες να πάνε να εμβολιαστούν και τώρα «τρέχει και δε φτάνει» μπροστά στην έξαρση της πανδημίας, πριν καν μπει το φθινόπωρο. Ολη η τακτική της στρέφεται πλέον σε μια προσπάθεια μετάθεσης των ευθυνών της αλλού, με την κυβερνητική ρητορική αλλά και τα τελευταία μέτρα που ανακοινώθηκαν να επιχειρούν να στείλουν το μήνυμα ότι φταίνε μόνο οι ανεμβολίαστοι.
Αλλά ακόμα και σε σχέση με αυτά τα μέτρα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Εκκλησία με διαφορετική μεταχείριση απ’ ό,τι όλους τους άλλους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Δεν είναι μόνο ότι οι ναοί απουσίαζαν παντελώς από τις σχετικές ανακοινώσεις των μέτρων. Η διακριτική μεταχείριση φαίνεται και από τη χθεσινή σχετική απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου.
Ο Γιάννης Οικονόμου αρχικά διαχώρισε τους κλειστούς χώρους σε αυτούς της εστίασης και της διασκέδασης (που θα λειτουργούν μόνο για εμβολιασμένους), λέγοντας ότι «εκεί δεν μπορείς να κάνεις χρήση του προστατευτικού μέσου της μάσκας», και στους χώρους λ.χ. του πολιτισμού (θέατρα, σινεμά κ.λπ.), που, όπως είπε, «ισχύουν περιοριστικά μέτρα που προβλέπουν την προσκόμιση διαγνωστικού τεστ 48 ωρών και τη χρήση της μάσκας».
Αλλά για τους ναούς αυτό που είπε ήταν ότι «στις εκκλησίες υπάρχουν περιοριστικά μέτρα. Είναι τα μέτρα που αφορούν το πόσα άτομα, ανάλογα με τη χωρητικότητα της εκκλησίας, θα μπορούν να βρίσκονται μέσα στους ναούς, τους λατρευτικούς χώρους γενικά και βεβαίως είναι υποχρεωτική η χρήση της μάσκας. Και, συνεπώς, και για τις εκκλησίες προβλέπονται τα αντίστοιχα μέτρα, που καλύπτουν τις περιπτώσεις αυτές».
Γίνεται, λοιπόν, καθαρό ότι οι εκκλησίες δεν ανήκουν ούτε στην πρώτη κατηγορία (των χώρων μόνο για εμβολιασμένους), αλλά ούτε και στη δεύτερη, αφού το υποχρεωτικό ράπιντ τεστ για τους ανεμβολίαστους απουσιάζει παντελώς από τους περιορισμούς που θα ισχύουν εκεί. Να, λοιπόν, γιατί και οι ίδιοι οι ναοί απουσίαζαν από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Οταν, μάλιστα, παραμένει το πολύ σοβαρό θέμα με τη Θεία Κοινωνία, για την οποία (σε αντίθεση με την εστίαση) το ζήτημα δεν είναι αν πραγματοποιείται με ή χωρίς μάσκα, αλλά ότι πραγματοποιείται με το ίδιο κουτάλι.
Οσο για τα ίδια τα μέτρα των κλειστών χώρων εστίασης και ψυχαγωγίας μόνο για εμβολιασμένους (οι οποίοι βέβαια δεν θα σταματήσουν να είναι χώροι μετάδοσης του ιού, αφού το γεγονός ότι οι εμβολιασμένοι είναι σίγουρα πιο προστατευμένοι, δεν σημαίνει ότι δεν κολλάνε και δεν μεταδίδουν), τις ενστάσεις της διατύπωσε η καθηγήτρια Επιδημιολογίας Αθηνά Λινού.
Η κ. Λινού έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για «συνωστισμό μεταξύ εμβολιασμένων, οι οποίοι δεν κινδυνεύουν από σοβαρή νόσηση κι αυτό είναι ξεκάθαρο […] αλλά κινδυνεύουν να αλληλο-μεταδώσουν τη νόσο και επομένως να τη φέρουν στο σπίτι τους και να τη μεταδώσουν στους πιθανά ανεμβολίαστους ή στον χώρο εργασίας ή στο μετρό που θα χρησιμοποιήσουν ή στο λεωφορείο και άρα να διασπείρουν». Και σημείωσε ότι «εγώ θα ήθελα να δω πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα μέτρα που θα μειώσουν τον συνωστισμό για όλους» και τάχθηκε υπέρ της μάσκας για όλους και παντού (MEGA, 25.8.2021).
Τέλος, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το κυβερνητικό επιτελείο εξακολουθεί να εξετάζει την επέκταση της υποχρεωτικότητας στους ένστολους. Στην κυβέρνηση λένε ότι παραμένει στο τραπέζι, αλλά ότι περιμένουν να δουν πρώτα πώς θα πάνε τα μέτρα που ήδη ανακοίνωσαν και αν αυτά θα οδηγήσουν και ένστολους να πάνε να εμβολιαστούν.
