ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εν αρχή ην ο λόγος. Αυτή η αλήθεια ισχύει αλάθητα για όλο μου το έργο. Ώστε δεν έχει παρά να βάλει κανείς σε πρώτο πλάνο το ποιητικό κείμενο για να εξηγήσει κάθε φορά τη μουσική μου» είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης. Στα δικά του ποιήματα, ο λόγος του ποιητή είναι ένα μέρος από τη σάρκα της χώρας, είναι ο λόγος του λαού, η μνήμη του είναι η συλλογική μνήμη. Μα πάνω απ’ όλα είναι μια στέρεη αξιακή στάση και αδιάλειπτη παρουσία – για μετά τον θάνατό του. Σε τελική ανάλυση, η επιρροή του Μίκη στην Ελλάδα έχει να κάνει με την εποχή του.

Και η δική του πορεία -διόλου μοναχική όπως κακώς λέγεται- δεν είναι κάτι που οφείλεται μόνο στη σφαίρα της ποίησης και της μουσικής. Απεναντίας, ήταν κάτι που εδραιώθηκε στη δημόσια σφαίρα, σε συλλογικές αγωνίες και επικές δράσεις και αγώνες που είχαν μέσα τους την ελπίδα, το όνειρο. Έτσι μπόρεσε η μουσική του Θεοδωράκη να γίνει ένας συνολικός ύμνος της ανθρώπινης περιπέτειας, της ελευθερίας, απ’ όπου καταγγέλθηκε κάθε ίχνος των σκοτεινών μηχανισμών του κράτους. Έτσι κατέστη ο ίδιος ένα είδος πολιτικού ήρωα, απόλυτα αναγεννησιακού, εκφραστής μιας ιδεολογίας που θέλει τον καλλιτέχνη κοντά στο λαό ή στο έθνος.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πάντα μια βαθιά σχέση με την ποίηση. Την παλαιότερη (Δαμασκηνός: Νεκρώσιμη Ακολουθία, Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Θεία Λειτουργία, Σολωμός, Κάλβος), την ξένη (Λόρκα, Ελυάρ, Νερούντα) και, κυρίως, τη νεοελληνική ποίηση (Παλαμάς, Γρυπάρης Βάρναλης, Καρυωτάκης, Σικελιανός, Σεφέρης. Βρεττάκος, Ελύτης, Ρίτσος, Γκάτσος, Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης, Χριστοδούλου, Ελευθερίου, Γκούφας, Γ. Νεγρεπόντης, Λ. Παπαδόπουλος, Ρένα Χατζιδάκη κ.ά.).

Στο αυτοβιογραφικό του «Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου», ο Μίκης Θεοδωράκης εξήγησε «πώς και γιατί ένας νέος άνθρωπος, που ζει και αναπτύσσεται στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’30 και του ΄40 οδηγείται στον δρόμο της Μουσικής» με οδηγό του την ποίηση (εκδ. Κέδρος 1986). «Από την αρχή της στροφής μου προς τη μουσική δεν κάνω τίποτε άλλο από το να μελοποιώ τα ποιήματα που μου άρεσαν να τα διαβάζω και να τα απαγγέλλω». Νιώθοντας τον κόπο του ποιητή, τη βαριά του ανάσα σπούδασε την πρώτη φιλοσοφία, μέσα στην ομορφιά των νοημάτων και των εικόνων, «σαν να είχαν οι ιδέες τα χρώματα του ζωγράφου Θεόφιλου».

Η συνάντηση ποίησης και Θεοδωράκη φαντάζει «…να ήταν μια σύμπτωση. / Όπως, λόγου χάρη, συναντιώνται ξαφνικά / δυο καράβια στα πελάγη / και πάλι ξαφνικά χάνονται / μέσα στη νύχτα / του ορίζοντα βαθιά. / Δεν ξέρω…» Καθώς ο Θεοδωράκης δημοσίευσε τα ποιήματά του, υπήρξε ένα ερώτημα – κατά τη γνώμη μου σχολαστικό. Ο Θεοδωράκης χρωστάει στην ποίηση, ή η ποίηση χρωστάει στον Θεοδωράκη.

Αν μη τι άλλο, ο Μίκης ήταν αυτός που κατάφερε να κάνει έναν ολόκληρο λαό ακόμα και σήμερα να τον ακούει. Και μέσα απ’ αυτόν και τη μουσική του, να ακούσει τη φωνή του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Νερούντα. Και αυτό είναι ένα ανεπανάληπτο κατόρθωμα παγκόσμιου συνθέτη, δηλαδή ενός ποιητή στην εποχή μας. Στο ημερολόγιό του γράφει: «Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι  άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου ένοιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα, Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός. Νικώ τον χρόνο και τον θάνατο… Είμαι ο Χρόνος».

Ο «Ήλιος και ο Χρόνος» -έγραφε η Γκαίηλ Χολστ- είναι ο πρώτος κύκλος τραγουδιών που έγραψε ο Θεοδωράκης. Γράφτηκε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε επιχειρήσει να γράψει ένα κύκλο τραγουδιών πάνω σε ποίηση δική του, αλλά τις πρώτες μέρες της φυλάκισής του αυτό ήταν το μόνο μέσο έκφρασης και μουσικής έμπνευσης. Τα ποιήματα γράφτηκαν σε μια στιγμή που είχε φτάσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Για σαράντα μέρες ήταν σε πλήρη απομόνωση, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να τον πάρουν για να τον βασανίσουν ή να τον εκτελέσουν.

Να γιατί ο «Ήλιος και ο Χρόνος» έγιναν νικητήριος κύκλος. Νίκη πικρή, γιατί η ψυχή του ποιητή πονά για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και γι’ αυτούς που τον μισούν και τον βασανίζουν». Τα ποιήματά του είναι πλημμυρισμένα από ονειρικές, σχεδόν, σουρρεαλιστικές εικόνες. Η πικρή, η θριαμβευτική και η ρομαντική διάθεση εναλλάσσονται συνεχώς και απότομα.

Αν και όλα έχουν αποτυπωθεί, αν και όλα είναι πια κληρονομιά, θα μου λείψει η μοναδική εμπειρία να ακούω την παράξενη φωνή με τον χαρακτηριστικό έρρινο τόνο και  τον ιδιόρρυθμο αναπνευστικό ρυθμό – και να λέω πως ο Θεοδωράκης ζει.