Αυτό το καλοκαίρι δεν έμοιαζε πολύ με τα άλλα. Πανδημία, περιορισμοί και καπάκι καύσωνες και φωτιές, μαυρισμένος ουρανός και διακοπές χωρίς πολλά πολλά, μάσκες και καχυποψία, αραιά τραπέζια και αγωνία για το αύριο. Σε τίποτα δεν θύμιζε την ξενοιασιά των αλλοτινών χρόνων. Δεν ήταν ο δικός μας Αύγουστος, ο Αύγουστος που περιμένουμε.
Οι τραγουδιστές του καλοκαιριού, τα τζιτζίκια, είχαν τη δική τους συναυλία. Εκείνα δεν καταλάβαιναν τη μελαγχολία της ατμόσφαιρας, είχαν τους δικούς τους ρυθμούς, τους ρυθμούς του καλοκαιριού. Τους ρυθμούς της ανεμελιάς και της ραστώνης. Εδιναν τον μουσικό τόνο του θέρους και θύμιζαν Αύγουστο, καλοκαίρι.
Στο μυαλό του ήρθαν σκηνές από την παιδική του ηλικία. Εκεί στη γειτονιά του τα καλοκαίρια οι άνθρωποι έστρωναν έξω στις αυλές ή στις ταράτσες και κοιμούνταν. Ενιωθαν τότε ασφαλείς. Εκείνος πριν κοιμηθεί αγνάντευε τον ουρανό και κάποιες φορές έπιανε τον εαυτό του να μετράει τα αστέρια. Το ροχαλητό του πατέρα του όχι μόνον δεν τον ενοχλούσε αλλά τον έκανε να νιώθει ασφαλής, προστατευμένος. Κοιτούσε τα αστέρια και έκανε όνειρα, τότε που είχε άριστη σχέση με τον χρόνο. Ονειρευόταν ότι θα γίνει κάποιος σπουδαίος, ότι θα διακριθεί, ότι θα περηφανεύεται. Ηταν από τότε φευγάτος και ονειροπόλος. Κάποιες φορές νόμιζε ότι ο ουρανός είναι τόσο κοντά που μπορούσε να αγγίξει τα αστέρια. Σκαρφιζόταν ιστορίες που το πρωί είχαν φύγει.
Καταφύγιο ήταν τα καλοκαιρινά αυτά βράδια. Από τότε συνήθισε να μεταθέτει ό,τι τον απασχολούσε και τον στενοχωρούσε. «Θα το σκεφτώ το πρωί», έλεγε και παραδιδόταν στον Μορφέα. Οταν μεγάλωσε δεν είχε πλέον αυτή την ευεργετική ικανότητα. Το πρόβλημα ήταν σαν να κολλούσε στο μυαλό του και του στερούσε τον ύπνο. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού τού άρεσε να διαβάζει. Τα πρώτα χρόνια, το βιβλίο είχε παραμύθια, κοντορεβιθούληδες και κοκκινοσκουφίτσες, κατσικάκια και ψεύτες βοσκούς, μετά ιστορίες με ήρωες που κυνηγούσαν δράκους και θεριά, εκείνους που έκλεβαν από τους πλούσιους για να δώσουν στους φτωχούς, ιστορίες με ξωτικά, νεράιδες και μαγεμένα παλικάρια, ιστορίες από τον Μεσαίωνα και πιο μετά μυθιστορήματα.
Η παιδική ηλικία έφευγε μαζί με τα αναγνώσματά της. Και μετά σιγά σιγά άρχισαν να σοβαρεύουν τα πράγματα. Στον χορό μπήκαν και οι εφημερίδες. Πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις, πρόεδροι που λένε κατά συρροήν ψεύδη και πρωθυπουργοί που άλλα υπόσχονται και άλλα κάνουν, πολιτικοί που τάζουν ό,τι δεν μπορούν να δώσουν και λαοί που πεινούν, παιδιά που λιμοκτονούν και άνθρωποι που ξενιτεύονται για μια στιγμή ειρήνης, για λίγο χώμα σταθερό και τόσα πολλά άλλα, που συχνά τα βράδια τού αναστάτωναν τον ύπνο. Και είναι και αυτή η πανσέληνος…
Στον νου οι στίχοι του Τ. Λειβαδίτη:
«Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…».
* πανεπιστημιακός – συγγραφέας
