ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει νιώσει στο πετσί της τη βία των Ταλιμπάν η Μαλάλα Γιουσαφζάι, καθώς το 2012 την είχαν πυροβολήσει στο κεφάλι, 15χρονη τότε μαθήτρια, η οποία έγραφε ανώνυμα σε μπλογκ, στον ιστότοπο του BBC, περιγράφοντας τη ζωή υπό τον έλεγχό τους στην κοιλάδα του Σουάτ, στο Πακιστάν. Ζώντας από θαύμα, ανάρρωσε στη Βρετανία όπου πήρε πανεπιστημιακή μόρφωση, ενώ ανέπτυξε ακτιβιστική δράση υπερασπιζόμενη το δικαίωμα των κοριτσιών στην παιδεία με αποκορύφωμα τη δημιουργία του Ιδρύματος Μαλάλα και την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης το 2014, σε ηλικία μόλις 17 ετών.

Δεν θα μπορούσε λοιπόν αυτή η μαχητική, 24χρονη σήμερα, κοπέλα να μείνει αδιάφορη μπροστά στην τεράστια ανθρωπιστική κρίση στο Αφγανιστάν. Από την πρώτη στιγμή απηύθυνε έκκληση στον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν να προχωρήσει σε τολμηρά βήματα για να προστατεύσει τον αφγανικό λαό, ενώ έστειλε γράμμα στον Πακιστανό πρωθυπουργό, Ιμράν Χαν, ζητώντας του να υποδεχτεί τους πρόσφυγες και να εξασφαλίσει ότι «τα παιδιά θα έχουν πρόσβαση στη μόρφωση, θα είναι ασφαλή και προστατευμένα και δεν θα πάει χαμένο το μέλλον τους».

Στην ανάρτησή της στο twitter δεν έκρυβε την ανησυχία της: «Παρακολουθούμε σε απόλυτο σοκ, όσο οι Ταλιμπάν παίρνουν τον πλήρη έλεγχο του Αφγανιστάν. Ανησυχώ για τις γυναίκες, τις μειονότητες και όσους αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ανθρώπων. Παγκόσμιες, περιφερειακές και τοπικές δυνάμεις πρέπει να εισηγηθούν άμεση παύση του πυρός, να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια και να προστατεύσουν πρόσφυγες και πολίτες».

Την εμπειρία της υπό την εξουσία των Ταλιμπάν, οι οποίοι έκαναν κόλαση τον παράδεισό της στην κοιλάδα του Σουάτ -κάποτε την έλεγαν Ελβετία της Ανατολής-, περιγράφει η ίδια στο βιβλίο της «Είμαστε αλλού. Κορίτσια της προσφυγιάς», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Μάνου Τζιρίτα. Ασφαλώς οι συγκλονιστικές ιστορίες νεαρών προσφύγων που η διεθνούς φήμης ακτιβίστρια συνάντησε σε καταυλισμούς, γυναίκες που έζησαν πολέμους, βία, εκτοπισμούς, που έχασαν φίλους, συγγενείς, καταλαμβάνουν τις περισσότερες σελίδες. Η Σαμπρίν από την Υεμένη, η Μουζούν από τη Συρία, η Νετζλά από το Ιράκ, η Μαρία από την Κολομβία, η Αναλίζα από τη Γουατεμάλα αποκτούν πρόσωπο και φωνή, δεν είναι πια μια κουκκίδα των στατιστικών για τα εκατομμύρια των ανθρώπων στον κόσμο που ζουν εκτοπισμένοι.

Μαζί τους η Μαλάλα ξανάζησε από την αρχή και περιγράφει τη δική της ιστορία, όταν ως μικρό παιδί βρέθηκε εκτοπισμένη μέσα στην ίδια της τη χώρα, το Πακιστάν. Η ίδια αναφέρει στο βιβλίο πως από το 2004 τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν δραστικά από ανθρώπους που εντάχθηκαν στους Ταλιμπάν. «Αρχισαν να κηρύττουν αυστηρές εκδοχές του Ισλάμ στο τοπικό ραδιόφωνο, λέγοντας ότι όλες οι γυναίκες θα πρέπει να καλύπτουν πλήρως το πρόσωπό τους και ότι η μουσική και οι χοροί και οι δυτικές ταινίες είναι αμαρτωλά πράγματα. Οτι οι άντρες θα πρέπει να αφήνουν μακριές γενειάδες. Οτι τα κορίτσια δεν πρέπει να πηγαίνουν σχολείο. Αυτό δεν ήταν το δικό μας Ισλάμ».

Μάλιστα αφηγείται πως μια μέρα δύο άντρες με μακριές γενειάδες, αγριεμένα μάτια και πολυβόλα σταμάτησαν το αυτοκίνητο του ξαδέλφου της, όπου επέβαινε και η ίδια με τη μητέρα της, ρωτώντας αν έπαιζαν κασέτες με μουσική. Ευτυχώς την τελευταία στιγμή πρόλαβαν να τις κρύψουν, ωστόσο ένας από αυτούς της έκανε αυστηρή σύσταση: «Αδελφή, πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου. Ηθελα να ρωτήσω. Γιατί; Αφού είμαι παιδί. Αλλά το καλάσνικοφ που κρεμόταν στον ώμο του με σταμάτησε».

Οι μαρτυρίες της σοκάρουν: «Ημουν έντεκα χρονών όταν οι Ταλιμπάν άρχισαν να χτυπούν με βόμβες σχολεία κοριτσιών στην κοιλάδα του Σουάτ. Οι επιθέσεις γίνονταν τη νύχτα, οπότε τουλάχιστον δεν υπήρχαν θύματα, αλλά φαντάσου να πηγαίνεις στο σχολείο σου το πρωί και να το βρίσκεις έναν σωρό από ερείπια. Η λέξη “βάρβαρο” είναι λίγη για να περιγράψει το συναίσθημα που σου προκαλεί αυτό.

Είχαν αρχίσει να κόβουν το ρεύμα και να στοχοποιούν πολιτικούς της περιοχής. Μέχρι που απαγόρεψαν τα παιδικά παιχνίδια. Κυκλοφορούσαν ιστορίες για μαχητές Ταλιμπάν που άκουγαν παιδιά να γελάνε μέσα στο σπίτι τους και εισέβαλαν για να σταματήσουν το παιχνίδι τους. Εβαζαν επίσης βόμβες σε αστυνομικά τμήματα και πραγματοποιούσαν επιθέσεις κατά συγκεκριμένων ατόμων. Αν μάθαιναν ότι κάποιος είχε μιλήσει εναντίον τους, ανακοίνωναν το όνομά του από τον ραδιοφωνικό τους σταθμό. Κι έπειτα, το επόμενο πρωί, αυτό το άτομο μπορεί να βρισκόταν νεκρό στην Πράσινη Πλατεία, στο κέντρο της πόλης, συχνά με σημείωμα πάνω του που απαριθμούσε τα υποτιθέμενα αμαρτήματά του. Από ένα σημείο και μετά τα πτώματα που βρίσκονταν κάθε πρωί στην κεντρική πλατεία της πόλης ήταν τόσο πολλά, που ο κόσμος άρχισε να την αποκαλεί Ματωμένη Πλατεία».

Με τον πόλεμο κυβερνητικού στρατού και Ταλιμπάν προ των πυλών, η οικογένεια της Γιουσαφζάι αναγκάστηκε να προβεί σε έναν πρώτο εκτοπισμό, εσωτερικό. Από τη Μινγκόρα στη Σανγκλά. Εναν δεύτερο εκτοπισμό έζησε μετά τη δολοφονική επίθεση εναντίον της στις 9 Οκτωβρίου 2012, επειδή μιλούσε ανοιχτά υπέρ της εκπαίδευσης των κοριτσιών και υπέρ της ειρήνης.

Μεταφέρθηκε για νοσηλεία αρχικά εντός του Πακιστάν και αργότερα, ενώ ήταν σε καταστολή, στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας. «Μια εμπειρία που όταν σου συμβεί, είτε απελπίζεσαι εντελώς και σπας σε χίλια κομμάτια, είτε βρίσκεις τέτοια δύναμη που κανένας δεν μπορεί πια να σε σπάσει» τονίζει.

«Δεν θυμάμαι ούτε την επίθεση ευτυχώς, ούτε τίποτα από την εβδομάδα που ακολούθησε. Θυμάμαι μόνο ότι ήμουν στο σχολικό και κουβέντιαζα με τις φίλες μου για τις εξετάσεις και μετά άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν στο νοσοκομείο. Ημουν γεμάτη μώλωπες, είχα τρομερούς πονοκεφάλους, δεν μπορούσα να ακούσω από το ένα μου αυτί και να κινήσω το αριστερό μέρος του προσώπου μου. Ημουν καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, μόνη σε μια ξένη πόλη με γιατρούς που έδειχναν να με γνωρίζουν, αλλά που εγώ δεν τους γνώριζα. Είχα εκτοπιστεί και πάλι. Αυτή τη φορά με μηχανήματα που με κρατούσαν ζωντανή. Αλλά δεν έσπασα» καταλήγει.