«Η εμπλοκή του ΕΚΚ στη διάσωση και μεταφορά των υλικών σε ασφαλέστερο χώρο ήταν η προσφορότερη για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου», τονίζει μεταξύ άλλων η Ενωση Σκηνοθετών Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ) με ανακοίνωσή της. Στην ίδια ανακοίνωση εμμένει στο θέμα της «διαρροής χημικών» και αποδίδει την αμφισβήτηση σε δημοσιεύματα και όχι σε διαβεβαιώσεις γνωστών κινηματογραφιστών και τεχνικών. Βολικό. Γράφει λοιπόν η ΕΣΠΕΚ σχετικά: «Η διαρροή των χημικών που έγινε στους χώρους αποθήκευσης -όσο κι αν αυτό αμφισβητήθηκε από συγκεκριμένα δημοσιεύματα- ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες μας δίνοντας όμως και τη λύση αφού οδήγησε τους καθ’ ύλην αρμόδιους να αναλάβουν τις ευθύνες τους».
Χαρακτηρίζει δε «ατεκμηρίωτα, ανακριβή και παραπλανητικά τα δημοσιεύματα που χαρακτήρισαν “ριφιφί” τη διάσωση κινηματογραφικών ταινιών από το υπόγειο της οδού Χίου 53 (πρώην Φίνος Φιλμ)», αν και έλλειψη τεκμηρίωσης, ακρίβειας και πολλά κενά -και νομικά- χαρακτηρίζουν το σενάριο περί «διαρροής χημικών» και την εσπευσμένη απομάκρυνση ενός υλικού που παραμένει «ακαταλογογράφητο» και για την ώρα άγνωστης «πατρότητας» σε αμφισβητούμενες συνθήκες φύλαξης στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.
Γράφει, λοιπόν, η ΕΣΠΕΚ: «Ηδη από το 2016 είχαμε επανειλημμένα ενημερώσει το ΥΠΠΟΑ, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και από το 2018 το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) για τον κίνδυνο καταστροφής πρωτότυπων υλικών κινηματογραφικών ταινιών -πολλές μάλιστα εξ αυτών μελών μας- που βρίσκονταν σε εγκαταλειμμένο, μετά το κλείσιμο των κινηματογραφικών εργαστηρίων το 2014, χώρο του εν λόγω κτιρίου. Με ενέργειές μας μάλιστα το ΕΚΟΜΕ το 2018 πραγματοποίησε αυτοψία στην οποία παρέστη και εκπρόσωπός μας, όπου διαπιστώθηκαν οι ακατάλληλες συνθήκες στις οποίες ήταν εκτεθειμένες οι ταινίες στο υπόγειο με διαβρωμένες σωληνώσεις και αγωγούς, πεσμένα ηλεκτρικά καλώδια, πεσμένους σοβάδες και εκτεταμένες υγρασίες. Ο κίνδυνος καταστροφής ήταν αδιαμφισβήτητα υπαρκτός και διαρκής όσο τα ευαίσθητα αυτά υλικά παρέμεναν στις συνθήκες αυτές.

Η διαρροή των χημικών που έγινε στους χώρους αποθήκευσης -όσο κι αν αυτό αμφισβητήθηκε από συγκεκριμένα δημοσιεύματα- ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες μας δίνοντας όμως και τη λύση αφού οδήγησε τους καθ’ ύλην αρμόδιους να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Υπενθυμίζουμε ότι στον νόμο για τον κινηματογράφο (3905/2010) ο οποίος ανήκει στην αρμοδιότητα του ΥΠΠΟΑ αναφέρεται ότι “η προστασία και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης αποτελεί υποχρέωση του κράτους” και σκοπός του ΕΚΚ μεταξύ άλλων είναι η προστασία, ενίσχυση και ανάπτυξη της κινηματογραφικής παραγωγής στην Ελλάδα, ενώ πρόσφατα ψηφίστηκε τροπολογία που καθιστά το ΕΚΟΜΕ αρμόδιο για τη δημιουργία εθνικού αποθετηρίου της οπτικοακουστικής κληρονομιάς αλλά και την ψηφιοποίηση – διάσωσή της και έχει χρηματοδοτηθεί με 10 εκατ. ευρώ για τον σκοπό αυτό.
Ως εκ τούτου η εμπλοκή του ΕΚΚ στη διάσωση και μεταφορά των υλικών σε ασφαλέστερο χώρο ήταν η προσφορότερη για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, ενώ ως συμπαραγωγός-συνιδιοκτήτης και το ίδιο σε πολλές από τις ταινίες που μεταφέρθηκαν έχει και έννομο συμφέρον περιουσιακής φύσης.
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να προσπερνά κανείς το γεγονός ότι τα αρνητικά των ταινιών από έναν επικίνδυνο γι’ αυτά ιδιωτικό χώρο έχουν περάσει στην ευθύνη δημόσιων φορέων. Αυτό που μένει είναι αυτοί οι φορείς -το ΕΚΚ και το ΕΚΟΜΕ- να μείνουν στο ύψος των περιστάσεων και να πράξουν τα δέοντα για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Τελειώνοντας, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ότι για δεύτερη φορά μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα γίνεται μια απόπειρα διχασμού της κινηματογραφικής κοινότητας που συνδυάζεται με επίθεση στο ΕΚΚ για λόγους που δεν σχετίζονται με τα πραγματικά προβλήματα του ελληνικού κινηματογράφου. Η μικροπολιτική με στόχο προσωπικά και άλλα συμφέροντα μας βρίσκει κάθετα αντίθετους, ασχέτως πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων».
