Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία μπορούν να εκληφθούν οι αποφάσεις που ανακοίνωσε, χθες, το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ανακοινώνοντας ότι επιβραδύνει «ελαφρώς» τον ρυθμό αγοράς ομολόγων, μέσω του έκτακτου, πανδημικού προγράμματος αγοράς ομολόγων, στο οποίο συμμετέχουν πλήρως και τα ελληνικά ομόλογα. Θα συνεχίσουμε «με πιο μετριοπαθή ρυθμό», ανέφερε η ανακοίνωση της ΕΚΤ, χωρίς να προσδιορίζει πόσο κάτω από τα 80 δισ. ευρώ που απορροφούσε κάθε μήνα θα ρίξει το κοντέρ της στήριξης της οικονομίας της ευρωζώνης, αλλά οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι μιλάμε για έναν ρυθμό περίπου 60 δισ. τον μήνα για το επόμενο τρίμηνο. Το Δ.Σ. της ΕΚΤ επαναβεβαίωσε την πρόθεση της τράπεζας να συνεχίσει τις αγορές ομολόγων μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος, ύψους 1,850 τρισ. ευρώ, μέχρι τον Μάρτιο του 2022 ή μέχρι να διαπιστώσει ότι έχει ξεπεραστεί η κρίση του κορονοϊού, ενώ θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων μέσω του πάγιου προγράμματος αγοράς ομολόγων (APP), απορροφώντας 20 δισ. ευρώ τον μήνα. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το πλαφόν αγορών 1,8 τρισ. ευρώ, που έχει θέσει η ΕΚΤ, ενδέχεται να μην εξαντληθεί.
Πρακτικά, η ηγεσία της ΕΚΤ, και για την ακρίβεια η Λαγκάρντ και όσοι κεντρικοί τραπεζίτες συγκαταλέγονται στις επονομαζόμενες «περιστέρες» της Φρανκφούρτης, επέλεξαν να συμβιβαστούν με τους λεγόμενους «ιέρακες», κυρίως τον Γερμανό, τον Αυστριακό και τον Ολλανδό κεντρικό τραπεζίτη που έχουν εδώ και μήνες διακηρύξει ότι το «πάρτι» της υπερβολικής νομισματικής χαλάρωσης και του φθηνού χρήματος στο όνομα της πανδημίας πρέπει να τελειώνει. Ο πληθωρισμός και η άνοδός του στο 3%, τον Αύγουστο, αποτέλεσε το ιδεώδες πρόσχημα για την ενίσχυση των πιέσεων. Οι αποφάσεις της ηγεσίας της ΕΚΤ έχουν, φυσικά, και τη διάσταση της πολιτικής «προσφοράς» στην εκλογική αναμέτρηση στη Γερμανία.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, αναγνώρισε ότι στην ευρωζώνη υπάρχει πρόβλημα με τον πληθωρισμό, όμως επέμεινε ότι η άνοδός του θα είναι παροδική και σταδιακή. Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός θα κλείσει φέτος στο 2,2% (από 1,9% που ήταν η πρόβλεψη του Ιούνιου), το 2022 θα διαμορφωθεί στο 1,7% (από το 1,5% της θερινής πρόβλεψης) και το 2023 στο 1,5%. Το μεγάλο στοίχημα, είπε η Λαγκάρντ, είναι η άνοδος των τιμών «να μην έχει δευτερογενείς επιπτώσεις προκαλώντας πιέσεις για αύξηση των μισθών». Κατά την πρόεδρο της ΕΚΤ, η ακρίβεια που καταγράφεται σε πολλές χώρες της ευρωζώνης οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο άνοιγμα της οικονομίας, μετά τα συνεχή lock down, στην αυξημένη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες, στην άνοδο των τιμών των πρώτων υλών και του πετρελαίου, αλλά και στην επαναφορά του ΦΠΑ στη Γερμανία στα προ κρίσης επίπεδα. Ακόμη, η Λαγκάρντ επεσήμανε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης ανακάμπτει ταχύτερα μεν απ’ ό,τι προβλεπόταν αρχικά, αλλά θα αργήσει να επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα.
Κατά τις επικαιροποιημένες προβλέψεις της ΕΚΤ, η εκτίμηση για την αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης φέτος ανεβαίνει στο 5%, από το 4,6% τον Ιούνιο. Οι προβλέψεις για το 2022 και το 2023 παραμένουν στο 4,6% και 2,1% αντίστοιχα.
Οσον αφορά τα ελληνικά ομόλογα και την τύχη τους μετά τη λήξη του προγράμματος ΡΕΡΡ τον Μάρτιο του 2022, η Λαγκάρντ χαρακτήρισε άκαιρη και πολύ πρόωρη τη συζήτηση αυτή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι σχετικές αποφάσεις για το αν τα ελληνικά ομόλογα θα γίνονται από την ΕΚΤ και πέραν του έκτακτου προγράμματος αγορών θα ληφθούν τον Δεκέμβριο.
Οι αγορές ομολόγων αντέδρασαν μάλλον θετικά, αν και όχι ενθουσιωδώς στις αποφάσεις της ΕΚΤ, καθώς οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων κατέγραψαν μικρή πτώση. Το επιτόκιο των ελληνικών δεκαετών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά διαμορφώθηκε χθες στο 0,81%, έναντι -0,39% του γερμανικού.
