Σε ένα παράλληλο σύμπαν, ο Δημήτρης Γκιούλος πιθανόν να φορούσε φαρδύ παντελόνι και ένα καπέλο ανάποδα. Θα ήταν ένας Master of Ceremony/MC σε κάποια Hip hop μπάντα, το ψευδώνυμό του θα ήταν «Gkioul» και θα το τάγκαρε με χρωματιστό σπρέι στους τοίχους των γκρίζων κτιρίων. Ο λόγος του θα ήταν σύγχρονος και αιχμηρός, «του δρόμου», ακριβώς όπως και του Δημήτρη Γκιούλου που ζει στο δικό μας σύμπαν και ίσως απλά έτυχε να εκφράζεται με ένα πιο λογοτεχνικό ύφος από τους υπόλοιπους «απροσάρμοστους» των πόλεων.
Το «Αστικά Δύστυχα» (Εκδόσεις Θίνες, Νοέμβριος 2020) είναι μια σημαντική ποιητική συλλογή της εποχής μας. Με γλώσσα που απευθύνεται πρωτίστως στους millennials (στους οποίους κατηγοριοποιείται και ο, γεννημένος το 1984, ποιητής), δίχως όμως να αφήνει παραπονεμένους ούτε τους ύστερους baby boomers αλλά ούτε και όσους ανήκουν στις Generation X και Ζ.
Η συλλογή ξεκινά –όχι τυχαία, φαντάζομαι– με δύο ποιήματα που μεταφέρουν αμέσως τον αναγνώστη στο αστικό τοπίο τού σήμερα. Η ύστερη Ελλάδα της μεταπολίτευσης σκιαγραφείται ουσιαστικά και συνοπτικά στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. «Εφερε ο καθένας στη μεγάλη πόλη, λίγη απ’ την αγριότητα του χωριού του… Και να πώς φτάσαμε εδώ σήμερα, να ζούμε σε μιαν αχανή επαρχία».
Προτού ακόμη χωνέψω την απλότητα, με την οποία ο Γκιούλος αποτυπώνει τη βλαχιά και την κουτοπονηριά, σήμα κατατεθέν του σύγχρονου εν γένει πολιτισμού μας, γυρίζω σελίδα και πέφτω πάνω στην αέναη διχόνοια που σκεπάζει τη μικρή μας πολιτεία: «Σπίτια μας τον ζήσαμε τον Εμφύλιο, στο κυριακάτικο τραπέζι. Εύκολα διαλέξαμε πλευρά, κι εμείς και οι άλλοι».
Ο «Σακατεμένος μαύρος φοίνικας», μόλις το τρίτο ποίημα της συλλογής, καταπιάνεται δραματικά, ίσως και ερωτικά, με την προσωπική και συλλογική προβληματική του «ανήκειν», ενώ το αμέσως επόμενο, «Η αγία γκαρσόνα», κρύβει μέσα της πάλεις ταξικές, αφήνοντας και υπονοούμενα για κοινωνίες σεξιστικές. «Ως πότε όμως» (δίχως ερωτηματικό), είναι η τελευταία κουβέντα του Γκιούλου σε αυτό το ποίημα, φανερώνοντας ίσως την αισιοδοξία του για μια πραγματική αλλαγή, αλλά και την κρυφή του επιθυμία για ολική καταστροφή.
Το ένα ποίημα διαδέχεται το άλλο, σε μια λογική ασυνέχεια. Ο Γκιούλος αναπολεί την ηλικία της ανεμελιάς –«Δέκα χρόνων με σκέφτομαι, φούσκες με τις μύξες μου να κάνω και να γελάω»– και ύστερα φαντάζεται πως η δική του μάχη με τη λήθη μπορεί να κερδηθεί μονάχα με την επιμονή στην ανυπακοή: «Δεν έμαθα να δένω τα κορδόνια μου, μα εγώ έτσι αντιστέκομαι».
Υποκριτής και εκείνος, θα εξασκεί τη γλώσσα των ρομπότ, όταν στις εκατοντάδες συνεντεύξεις για μια κακοπληρωμένη εργασία θα απαντά με τον ίδιο τρόπο, όπως όλοι μας: «Κοινωνικός, συνεργάζομαι καλά με τους άλλους, πρόθυμος».
Οι «Ηρωες» του Γκιούλου αποδομούνται εμφατικά, καθώς στριμώχνονται «σε ένα καρυδότσουφλο, Γενάρη μήνα στο Αιγαίο» και το ίδιο συμβαίνει με τις αξίες των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς «βυθίζει τις σχεδίες, η ιταλική ακτοφυλακή».
Ο ποιητής επιθυμεί διακαώς να παραμείνει «Ερασιτέχνης», θεωρώντας ίσως πως έτσι θα καταφέρει να νικήσει το απάνθρωπο πρόσωπο της ελεύθερης αγοράς. Την ίδια στιγμή, κατακεραυνώνει το ατελέσφορο σύστημα παιδείας: «και τίποτα περισσότερο δεν μ’ έμαθε το σχολείο», αλλά και τη δολοφόνο ταχύτητα της σύγχρονης ζωής: «Κανείς δεν χάρισε δυο λέξεις σε κείνους τους έρωτες που σκοτώθηκαν στις υπερωρίες και στο άνοιγμα των λογαριασμών κάποιας ΔΕΚΟ».
Στα ύστατα ποιήματα, ο ποιητής φαίνεται να ξεχνά, ίσως και να αποστρέφεται ηθελημένα, την κοινωνία του. Προτιμά να μιλήσει –καταλαβαίνω– για τη μητέρα του: «Σε φαντάζομαι πότε πότε την τεφροδόχο σου να αφήνεις, να κάνεις τη ρουτίνα σου. Τόσο σκόνη γέμισες το σπίτι, πρόσεχε λιγάκι επιτέλους». Αυτή η επιλογή του τον εκθέτει και ταυτόχρονα τον τιμά.
Στο τέλος, όπως ίσως κάθε στοχαστής, δεν αποφεύγει να σαρκάσει το σκοτάδι του, κλείνοντας το μάτι στη ματαιότητα κάθε πράξης και κάθε λέξης: «Η ευτυχία μου σκέφτομαι, θα ’ναι ζήτημα ύφους».
Το «Αστικά Δύστυχα» είναι μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Φρέσκια, σύντομη και περιεκτική, θα αφήσει ένα αποτύπωμα που θα υπερβεί κατά πολύ τον χρόνο που χρειάζεται για να ξεφυλλιστεί.
Η πάντοτε αφαιρετική και σημαίνουσα καλλιτεχνική επιμέλεια της Μελισσάνθης Σαλίμπα ταυτίζεται πλήρως με το ύφος των ποιημάτων. Μια προσεγμένη έκδοση από τις Εκδόσεις Θίνες.
*Συγγραφέας και μουσικός. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Αίγαγρος» (Εκδόσεις Θίνες, 2019), έλαβε εξαιρετικές κριτικές
