ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σοφία Βιδάλη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ειδήσεις των τελευταίων ημερών φέρνουν ξανά στο επίκεντρο το πραγματικό πρόβλημα εγκληματικότητας: δηλαδή τη δράση οργανωμένων ομάδων παρανόμων, που σε μια έξαρση βίας στην παρούσα φάση αλληλοεξοντώνονται. Οι διαδοχικές δολοφονίες των τελευταίων εβδομάδων είναι πράγματι ενδεικτικές μιας κατάστασης βίας που με τη σειρά της αποτελεί συνέπεια άλλων καταστάσεων. Κατ’ αρχάς χρειάζεται να αποκτήσουμε μια ευρύτερη ματιά, μια ανάποδη ανάγνωση των γεγονότων.

Ετσι το πρόβλημα εδώ είναι μεταξύ άλλων ότι για κάποιες ομάδες πληθυσμού, το εύρος των οποίων δεν είναι γνωστό, η επίλυση διαφορών και συγκρούσεων γίνεται μέσα από το δίκαιο του ισχυρού, ότι κατά κανόνα οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις και έχουν οδηγηθεί στη βίαιη παρανομία ως τρόπο ζωής είναι νέοι με χαμηλά προσόντα και συχνά δεν μπορούν να ενταχθούν σε νόμιμες αγορές εργασίας από τις οποίες να ζουν αξιοπρεπώς, ενώ όσοι ελέγχουν αυτόν τον χώρο βρίσκονται συνήθως στο απυρόβλητο.

Επίσης, είναι ενδεχόμενο η κρίση να σηματοδότησε τη μετατόπιση της παρανομίας από τις παράνομες αγορές σε βίαια εγκλήματα εκτέλεσης συμβολαίων θανάτου, όπως αυτά που βλέπουμε τις τελευταίες μέρες, λύνοντας έτσι προβλήματα ανεργίας που η κρίση έφερε μαζί της. Ετσι οι κατά παραγγελία δολοφονίες, όσο μακάβριο και να φαίνεται, μπορεί να είναι μια «λύση» για κάποιους.

Πέραν τούτων εδώ και κάποια χρόνια τώρα, τα μέσα εκτέλεσης των δολοφονιών δείχνουν ότι η χώρα αποτελεί πεδίο συστηματικής διακίνησης βαρέων όπλων ή μετατρέψιμων, που χρησιμοποιούνται γενικώς από τους παράνομους και που σύμφωνα με εκθέσεις της ΕΛ.ΑΣ., εισάγονται στη χώρα με σπασμένα φορτία ή και ατομικά. Αρα αν και πράγματι είναι δύσκολος ο εντοπισμός τους, τίθεται σοβαρό ζήτημα σχετικά με την «ευκολία οπλοφορίας» και τη διακίνηση όπλων, όπως και για την κουλτούρα των όπλων που ανθεί σε κάποιες ομάδες.

Παρά τις δηλώσεις διαφόρων, τα στοιχεία της Αστυνομίας για το οργανωμένο έγκλημα δείχνουν την πρωτοκαθεδρία ελληνικών εγκληματικών οργανώσεων. Διεθνώς, είναι γνωστό ότι οι εγκληματικές οργανώσεις ή είναι ελεγχόμενες από μια κεντρική ομάδα τύπου ή είναι κατακερματισμένα δίκτυα (όπως στη χώρα μας) που και στις δύο περιπτώσεις συνδέονται κατά κανόνα και με κάποια κέντρα εξουσίας τοπικά ή μη, με τα οποία αλληλο-διευκολύνονται έναντι συγκαλύψεων της παρανομίας και «αλληλο-εξυπηρετήσεων», όπως ο έλεγχος κάποιων αγορών από τη μία και η προσέλκυση ψήφων από την άλλη.

Η κατασταλτική ώς τώρα αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος διεθνώς δεν αναιρεί την ανάγκη αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης (που δεν περιορίζεται στους ελέγχους σε μαγαζιά). Ιδίως η κοινωνική πρόληψη απαιτεί μια σοβαρή κοινωνική πολιτική, μια ουσιαστική πολιτική για τη νεολαία και την οικογένεια καθώς και ρύθμιση των καταναλωτικών αγορών.

Από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών προκύπτουν δύο ζητήματα.

Πρώτον, είναι ανάγκη να διερευνηθεί και να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο γίνονται αυτές οι δολοφονίες. Από τη διεθνή έρευνα γνωρίζουμε ότι η βία είναι και ένας τρόπος επιβολής κύρωσης για την παραβίαση ενός συμβολαίου ή εκδήλωση αντιποίνων στον κόσμο της παρανομίας. Ταυτόχρονα, είναι μια πολιτική ασφάλειας για τις ομάδες αυτές, για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ακεραιότητα ενός συστήματος ή συγκεκριμένων ανθρώπων. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος του «ξεκαθαρίσματος» δείχνει πολλά ποιοτικά στοιχεία για έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, αλλά και για την κατάσταση ελέγχου με οικονομικούς όρους μιας αγοράς (π.χ. αγορά γης). Ετσι η συζήτηση και η ενημέρωση δεν τελειώνουν στη διαπίστωση «περί ξεκαθαρίσματος» λογαριασμών, ούτε μπορεί η κοινωνία να μένει στην άγνοια και σε χολιγουντιανές εκδοχές του οργανωμένου εγκλήματος.

Δεύτερον, το πολιτικό σύστημα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία, με επίκεντρο αυτή την πτυχή της εγκληματικότητας, μεταρρυθμίσεις και πέραν των συνήθων κραυγών για την αύξηση των ποινών και τις φυλακές ασφαλείας. Είναι όμως καιρός να ερευνηθεί αν υπάρχει έστω και έμμεση σχέση ομάδων παρανόμων με τοπικές ή κεντρικές «ελίτ» εξουσίας, οικονομικής ή πολιτικής ή με τμήματα του ελεγκτικού και ποινικοκατασταλτικού συστήματος (το οργανωμένο έγκλημα δεν μπορεί να «ζήσει» χωρίς αυτά) και τι υπηρεσίες προσφέρονται ένθεν και ένθεν.

Κυρίως, όμως, είναι αναγκαίο να γίνει κοινή συνείδηση ότι το οργανωμένο έγκλημα δεν βρίσκεται κάπου αλλού, μας αφορά άμεσα, μεταξύ άλλων επειδή προτάσσει το δίκαιο του ισχυρού, υπονομεύοντας έτσι την ουσία της δημοκρατίας, τη λειτουργία των θεσμών και του πολιτικού συστήματος. Και δεν μπορεί να είναι μια από τις «προσφορές» που δεν μπορείς να αρνηθείς, ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες. Δηλαδή δεν μπορεί να είναι business as usual.

* καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής – Πάντειο Πανεπιστήμιο