Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στο αστικό τοπίο και στην πολιτιστική κληρονομιά των πόλεων ήγειραν ανέκαθεν πανηγυρισμούς, διαφωνίες ή/και αντιδράσεις. Σε κάθε μεγάλη αλλαγή που επιχειρούνταν σε όλο τον κόσμο επαναπροσδιορίζονταν οι όροι ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός, ανεξαρτήτως αν η επίδικη μεταβολή ή δημιουργία ήταν όντως πιο μοντέρνα από την προηγούμενη εκδοχή της ή αν ταίριαζε στο αρχιτεκτονικό και φυσικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα -θετικό κατά τη γνώμη μου- η γυάλινη πυραμίδα έξω από το Παλάτι των Βουρβόνων που στεγάζει το Μουσείο του Λούβρου.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις αποτελούν πέντε σημαντικές παρεμβάσεις στη χώρα μας, οι τέσσερις στην Αθήνα και η μία στη Θεσσαλονίκη, για τις οποίες έχει γίνει πολύς λόγος και έχει χυθεί πολύ μελάνι τόσο στα ΜΜΕ όσο και στα social media. Πέντε εμβληματικές -χωρίς στο σημείο αυτό να δίνουμε θετικό ή αρνητικό πρόσημο στον όρο- αποκαταστάσεις και επεμβάσεις, που βαφτίζονται σύγχρονες και αναπτυξιακές, με κριτήρια κάποιες διεθνείς τάσεις ή συγκεκριμένες ιδεολογικές κατευθύνσεις που υπαγορεύονται από ένα διακηρυσσόμενο παραγωγικό μοντέλο.
- Θα ξεκινήσουμε από την πιο αποτυχημένη και αλυσιτελή, αφού πραγματοποιήθηκε, και υπό το βάρος του μαρασμού και της μη χρηστικότητας καταργήθηκε και αποσύρθηκε. Πρόκειται για τον περιβόητο «Μεγάλο Περίπατο», που θα έδινε ανάσα δροσιάς και φυσικής αισθητικής στο πολύβουο κέντρο της Αθήνας.
Η παρέμβαση αυτή ήταν εξ αρχής αποσπασματική και «παράταιρη», που όχι μόνο δεν ικανοποίησε με το αισθητικό της αποτέλεσμα, αλλά χλευάστηκε ομόφωνα από τους πολίτες όλων των ιδεολογικών κατευθύνσεων. Ένα έργο που φιλοδοξούσε να αποτελέσει το εξωτικό ντεκόρ ενός κέντρου πρωτεύουσας που τα σχέδια είναι να μεταμορφωθεί σε ένα μωσαϊκού χαρακτήρα απέραντο «resort».
Το πρόβλημα είναι ότι πέρα από την προχειρότητα της εκπόνησης και της πραγματοποίησης του σχεδίου, το έργο στοίχισε πολλά χρήματα στον φορολογούμενο πολίτη που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κάποιο άλλο, ανάλογης φιλοδοξίας, αλλά με σωστό σχεδιασμό και υλοποίηση, έργο ανάπλασης, όπως αυτό της Πλατείας Συντάγματος που σύμφωνα με τις διακηρύξεις θα ξεκινήσει.
- Τα αρχαία της Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Η επονομαζόμενη και «συμπρωτεύουσα» ή «Νύμφη του Βορρά» έχει τη δυναμική να αποτελεί ένα πραγματικό κόσμημα, που θα μπορούσε να προσελκύει επισκέπτες, οποιασδήποτε θεματικής, απ’ όλο τον κόσμο. Οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά, σε αγαστή συνεργασία με τις συντηρητικές αρχές και ελίτ της πόλης -φωτεινή εξαίρεση η οκταετία Μπουτάρη-, την άφησαν στην τύχη της και στο έλεος των πιο «παγωμένων βαρδάρηδων».
Αντί λοιπόν ο ιστορικός πλούτος της πόλης -στον οποίο ομνύουν όλοι οι παραπάνω- να αναδειχθεί και ταυτόχρονα να προχωρήσει το μετρό, και όλα αυτά με μικρότερο κόστος και σε λιγότερο χρόνο, επιλέγεται η λύση της μεταφοράς των αρχαίων της Βενιζέλου, όταν επιστήμονες -αρχαιολόγοι, ιστορικοί, πολεοδόμοι κ.ο.κ.-, έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στο εγχείρημα και τη συμπαράστασή τους στους εγχώριους υποστηρικτές της επί τόπου αξιοποίησής τους.
- Τα έργα συντήρησης και αποκατάστασης στην Ακρόπολη και ειδικά οι επεμβάσεις που αφορούν τις διαδρομές για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, το γνωστό «τσιμέντο» που ρίχτηκε στον ιερό βράχο.
Κατ’ αρχήν σεβόμενος τον Μανόλη Κορρέ, που έχει κληθεί να υπερασπιστεί τα έργα που αποφασίστηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού, και την αγάπη του για την Ακρόπολη, καθώς και την ευγενή και σημαντική συνδρομή του μεγάλου κοινωφελούς ιδρύματος, αυτό που έχει ενοχλήσει περισσότερο απ’ όλα είναι ότι δεν προηγήθηκε ένας διεξοδικός διάλογος και μια διαβούλευση που θα οδηγούσε σε αποφάσεις που συνθέτουν.
Προφανώς και δεν είναι όμορφο το «τσιμέντωμα» στην Ακρόπολη, αλλά δεν είμαστε εμείς οι απλοί και μη ειδήμονες πολίτες που θα κρίνουμε τι έργα χρειάζονται για τη συντήρηση ενός τέτοιου μνημείου. Ωστόσο, όταν έχουμε επενδύσει αιώνες πια στα «ερείπια του Έθνους», όλοι δικαιούμαστε να πούμε τη γνώμη μας και να μην αντιμετωπιζόμαστε ως εντελώς «αδαείς ιθαγενείς».
Και εδώ, το ουσιαστικό πρόβλημα φαίνεται να είναι μια επικαλούμενη τεχνοκρατική αντίληψη για τον πολιτισμό, που υπολογίζει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων σε σχέση με το χρόνο και την παράδοση, με στόχο την όποια οικονομική εκμετάλλευση, μέγεθος διόλου ευκαταφρόνητο, αρκεί να δίνει προοπτική και να αποπνέει ποιότητα.
- Η αλλαγή στην εικόνα της Εθνικής Πινακοθήκης. Χωρίς να σχολιάσουμε τα πρόσφατα γεγονότα με τους κλεμμένους πίνακες του Πικάσο και του Μοντριάν, καθώς και το καθεστώς λειτουργίας της, αδιαμφισβήτητα η Εθνική Πινακοθήκη χρειαζόταν ένα ρετούς, για να συνάδει με το αντικείμενό της, αποκτώντας ταυτόχρονα μια πιο οικουμενική διάσταση, τουλάχιστον ως έξωθεν μαρτυρία.
Το σημαντικό είναι ότι σε τέτοιες συμπράξεις έργων με ένα κοινωφελές ίδρυμα –το έτερο μεγάλο-, που έμπρακτα βοηθάει στην αναμόρφωση της χώρας, ίσως να είναι αναγκαία μια καθολικότερη θέαση, όχι για να μην δημιουργήσει αντιδράσεις, αλλά για να μπορέσει να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο τη μετάβαση στη νέα εποχή.
Πιο συγκεκριμένα, οι μεταβολές στην εξωτερική όψη της Εθνικής Πινακοθήκης διχάζουν και τον γράφοντα. Από τη μία το γυαλί και το «μάτριξ» που είναι καλαίσθητα προκλητικά και σύγχρονα, και από την άλλη ο φωτισμός της «μαρκίζας» και το logo που παραπέμπουν σε διαφήμιση πολυεθνικής ηχητικών συστημάτων στη Νέα Υόρκη ή τη Σαγκάη στη δεκαετία του ’90.
- Τέλος, η επένδυση στο ελληνικό. Ανήκω σε αυτή την κατηγορία συμπολιτών μας που περίμενε να δει τα σχέδια για να εκφράσει άποψη, γιατί αναγνωρίζω ότι είναι ανέφικτο να μετατραπεί όλη η έκταση -παρόλο που θα το ήθελα- σε πνεύμονα πρασίνου, όπως συμβαίνει λόγου χάρη στο κέντρο του Βερολίνου. Η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» χρειάζεται αξιοποίηση με αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, που, ωστόσο, θα δίνει προτεραιότητα σε μια πραγματική πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη.
Από όλα όσα έχουν διαμειφθεί είναι πλέον φανερό ότι καταλήγει σε μια ιστορία real estate ενός οικουμενικού «φιλέτου», που η εμβληματική διάσταση της επένδυσης εκφυλίζεται επικοινωνιακά στη διαφήμιση για την προαγορά πανάκριβων διαμερισμάτων και σε μακέτες που επικαλούνται δουλειές και πρόσβαση στο απέραντο γαλάζιο του Σαρωνικού – πρόσκαιρο το πρώτο και κατ’ εκτίμηση, μάλλον αδύνατο το δεύτερο.
Από πλευράς αισθητικής, ο «Marina Tower», έρχεται σαν «πορθητής» εξ ανατολών να κυριαρχήσει στην αρχιτεκτονική μιας πρωτεύουσας που βρίσκεται σε τροχιά πολιτισμικής παρακμής. Εκτός δηλαδή από «Σικάγο» και «Λας Βέγκας» θα γίνουμε και «Ντουμπάι», με ένα κτίριο που ο αρχιτεκτονικός συμβολισμός του χαρακτηρίζεται από έναν, αν μπορούμε παρά την αντίφαση να τον ονομάσουμε έτσι, «επαρχιώτικο κοσμοπολιτισμό».**
Στη χώρα, λοιπόν, που μεγαλούργησε ο Τσίλερ, ο Κλέανθης, ο Κριεζής, ο Καυταντζόγλου, ο Δοξιάδης, ο Φατούρος και πολλοί ακόμη, παρά την άναρχη ανοικοδόμηση της δεκαετίας του 1950 και 1960, η νεωτερικότητα συνδυαζόταν πάντα με τον σεβασμό στο ιστορικό και φυσικό περιβάλλον.
Όπως συνήθιζε να λέει ο διάσημος Γαλλο-ελβετός αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ, «τρία είναι τα κύρια στοιχεία της πολεοδομίας: φως, πράσινο και ήλιος». Το ζήτημα είναι να αναδείξουμε το πρώτο, να υφίσταται το δεύτερο και να μην κρύψουμε το ευλογημένο στη χώρα μας τρίτο…
**(Μια διαφωτιστική ανάρτηση για το θέμα έχει κάνει ο αρχιτέκτονας – καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Γιώργος Τζιρτζιλάκης.)
