Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όσοι συνηγορούσαν στην εδώ και τώρα πλήρη ένταξη των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην Ε.Ε., πρόβαλλαν ένα ακαταμάχητο εκ πρώτης όψεως επιχείρημα.
Χωρίς μια σύντομη ενταξιακή προοπτική, οι χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» κινδύνευαν να περιχαρακωθούν σε μια εσωστρέφεια και σε έναν εθνικιστικό λαϊκισμό, μια εξέλιξη που θα υποθήκευε όχι μόνον τη σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών αλλά και της περιφερειακής σταθερότητας.
Η παραπάνω εκτροπή αρχικά απετράπη, αλλά από μια ειρωνεία της Ιστορίας άρχισε να υλοποιείται μετά την πλήρη ένταξη των εν λόγω χωρών στην Ε.Ε., στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στην Κοπεγχάγη, τον Δεκέμβριο του 2002.
Ολα τα παραπάνω είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, με την ανάληψη της εξάμηνης προεδρίας της Ε.Ε. από τη Σλοβενία, που τον τελευταίο καιρό προσεγγίζει την Πολωνία και την Ουγγαρία στις αποκλίσεις από τις αρχές και το πλαίσιο του κράτους δικαίου.
Προφανώς, τα παραπάνω φωτίζουν μια πλήρη ένταξη κατώτερη των προσδοκιών των πολιτών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μια επί της ουσίας δεύτερη σκληρή προσαρμογή, μετά το σοκ της απότομης μετάβασης στην οικονομία της αγοράς, μετά τις ανατροπές του 1989.
Οι προσδοκίες από την πλήρη ένταξη δεν ήταν προβολή επιθυμιών, αλλά προφανώς τροφοδοτήθηκαν από την επιτυχή πλήρη ένταξη των χωρών του Νότου στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, που στηρίχθηκε με γενναιόδωρα πακέτα κοινοτικής χρηματοδότησης.
Υπάρχει, βέβαια, και η βαριά ιστορική κληρονομιά των δικτατορικών και φασιστοειδών καθεστώτων της περιοχής σε ολόκληρη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με μοναδική εξαίρεση την Τσεχοσλοβακία.
Ολα τα παραπάνω απομυθοποιούν προκαταβολικά την προσδοκία ότι η πλήρης ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. θα σταθεροποιήσει οριστικά και αμετάκλητα τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και θα εκτονώσει προληπτικά νέες εθνικιστικές εντάσεις και αντιπαραθέσεις.
Τούτων λεχθέντων, η ευρωπαϊκή απομυθοποίηση και διάψευση δεν περιορίζεται μόνον στη διεύρυνση της Ε.Ε. αλλά σκιάζει και τη δυναμική της εμβάθυνσης.
Η επιτάχυνση της ενοποίησης, μετά την πτώση του Τείχους το 1989, υποτίθεται ότι θα διασφάλιζε μια ευρωπαϊκή Γερμανία και θα απέτρεπε μια γερμανική Ευρώπη, ένα στοίχημα που συνεχώς διαψεύδεται από την επαύριον της έναρξης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, τον Σεπτέμβριο του 2008.
