ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μίνα Κωστοπούλου*, Ειρήνη Νταή**
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μιλάμε συνεχώς για τον πολλαπλό ρόλο μιας γυναίκας μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία. Λέμε μια γυναίκα είναι «μάνα, σύζυγος, μόνη διαζευγμένη, άνεργη, εργαζόμενη, επιχειρηματίας». «Φοράμε» δηλαδή στη γυναίκα τίτλους και πολλές φορές πολλαπλούς. Αναφερόμαστε στη γυναίκα με τους τίτλους αυτούς. Τι θα συμβεί ωστόσο αν βγάλουμε αυτές τις ταμπέλες; Αν δεν αναφερθούμε σε μια γυναίκα ως «μάνα» ή «διαζευγμένη»; Αν δεν αναφερθούμε σε μια γυναίκα που απειλήθηκε «μπροστά στην οικογένειά της»; Αν δεν αναφερθούμε σε μια γυναίκα ως «πτυχιούχο», «σκληρά εργαζόμενη» ή «επιχειρηματία»; Αν δεν αναφερθούμε σε μια γυναίκα που «κρατάει το νοικοκυριό και τη δουλειά της μέσα στην καραντίνα»;

Φαίνεται ότι αυτό θα πάρει κάτι από τη σοβαρότητα της όλης συζήτησης, λες κι ο χαρακτηρισμός που προσδίδουμε σε μια γυναίκα είναι αναγκαίος και συγχρόνως ανυπέρβλητος. Οπως αναφέρει ο Ζ. Φρόιντ στο βιβλίο του «Συμβολή στην ψυχολογία της ερωτικής ζωής», «ταμπού δεν αποτελεί η ερωτική ζωή της γυναίκας, αλλά η γυναίκα στο σύνολό της». Βέβαια αυτό συνέβη το 1924.

Πρέπει να προσδίδουμε κάποιον χαρακτηρισμό στη γυναίκα για να σταθεί ως μέρος της κοινωνίας ανέκαθεν και της εκάστοτε συζήτησης; Γιατί δεν το κάνουμε και με τους άντρες αντίστοιχα; Γιατί δεν ρωτάμε συνήθως έναν άντρα «πώς προλαβαίνει δουλειά και οικογένεια» ή «αν σκέφτεται να κάνει οικογένεια» ή -έστω- γιατί αυτές δεν περιλαμβάνονται στις στάνταρ ερωτήσεις και στα θέματα προς συζήτηση; Και τελικά πρέπει να εξυμνούμε μια γυναίκα για τον πολλαπλό της ρόλο ή να το θεωρούμε δεδομένο όπως γίνεται -ή/και όχι- με έναν άντρα;

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι σημειολογικό; Οχι, είναι όμως αφετηριακό!

Καλούμαστε ή επιδιώκουμε συχνά να εξετάσουμε τον ρόλο της γυναίκας μέσα στην κοινωνία, να βρούμε τα αίτια της έμφυλης ανισότητας και βίας -που μπροστά τους η λογική ωχριά, όπως αυτό της Καρολάιν- και να προτείνουμε τρόπους πρόληψης και αντιμετώπισης. Ποια όμως η αντιμετώπιση και ποια η πρόληψη όταν εμείς οι ίδιες συνειδητοποιούμε ότι στην καθημερινή εκφορά του λόγου μας και στη συνείδησή μας η «γυναίκα» δεν μπορεί να σταθεί μόνη της, αλλά χρειάζεται κάτι ακόμα να την πλαισιώνει; Γιατί, όπως συχνά ισχυρίζονται πολλοί, υπάρχουν «αυξημένες» προσδοκίες από τη γυναίκα και θεωρούμε αυτονόητη στο πλαίσιο αυτό την ενσωμάτωση των πολλαπλών ρόλων από πλευράς της, βλέποντας καχύποπτα ή αμφισβητώντας καθετί αντίθετο;

Κι αφού η ίδια η κοινωνία και οι «εξουσίες» αυτού του τόπου υποστηρίζουν -σχεδόν επιβάλλουν- την αναπαραγωγή στερεοτύπων που θέτουν ως «προαπαιτούμενο» τον ρόλο της γυναίκας συζύγου, μητέρας (βλ. συνέδριο γονιμότητας), εργαζόμενης για την αρμονική συνύπαρξη σε μια οργανωμένη και σύγχρονη κοινωνία, γιατί υποβιβάζουν συνεχώς τη θέση της μέσα στην κοινωνία μέσω λόγων, έργων και νομοσχεδίων, όπως π.χ. με τη μισθολογική διαφορά, την επιβολή ευέλικτου ωραρίου εργασίας, τη μη αύξηση του κατώτατου μισθού, τη μη πάταξη της μαύρης κι αδήλωτης εργασίας, τη μη θέσπιση πλαισίου προστασίας των εργαζόμενων γυναικών κι εγκύων, τη μη αντιμετώπιση του brain drain κ.ά.;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές γυναίκες να υπερασπιστούν την τιμή του φύλου τους, ώστε να οδηγήσουν σε αλλαγή αντιλήψεων μέχρις ότου να υπάρξει τουλάχιστον μια λογική συνοχή μεταξύ του τι θέλουμε και του τι κάνουμε ως κράτος. Αρα το στερεοτυπικό «άγχος» της «υπογεννητικότητας» σαφώς δεν θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Το πρόβλημα ξεκινάει από τις κοινωνικές δομές, το οικογενειακό, το σχολικό, το εργασιακό περιβάλλον και την κάθε μορφή οργανωμένης διεκδίκησης που εκλείπει (σωματεία, συνδικάτα κ.ά.).

Η συντηρητική παράταξη με τις αναχρονιστικές της θέσεις -τα παραπάνω παραδείγματα αποτελούν μόνο λίγες από αυτές- έχει αποδείξει ήδη τα όρια της διακυβέρνησής της και την αποστροφή της προς τις συλλογικές πρωτοβουλίες και τις κοινωνικές ανάγκες. Αποτελεί λοιπόν υπόθεση όλης της κοινωνίας να σταθεί ενάντια στη λογική της ανάθεσης και καθεμία και καθένας να αποτελέσει μέρος της αναθεώρησης της αφετηριακής βάσης προσέγγισης του έμφυλου ζητήματος. Πρωταρχικό λοιπόν μέλημα αποτελεί η μείωση των κοινωνικών κι έμφυλων ανισοτήτων, η οποία προϋποθέτει -ως βάση του ζητήματος- την αναγνώριση της γυναίκας ως αυθύπαρκτο και ισότιμο μέλος της σύγχρονης κοινωνίας.

*Επικοινωνιολόγος, πολιτική αναλύτρια

**Οικονομολόγος, επ. συνεργάτιδα ΕΝΑ