Σε αποκλεισμό του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (ΣΜΑ) στο Σχιστό προχώρησε χθες με βάση την ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ο Δήμος Κερατσινίου-Δραπετσώνας, εκφράζοντας την πλήρη αντίθεσή του στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς που καθιστούν την πόλη τους την πίσω αυλή της Αττικής.
«Υπενθυμίζουμε σε όλους τους αρμοδίους ότι το Κερατσίνι και η Δραπετσώνα είναι γειτονιές της Β’ Πειραιά που κατοικούνται από ανθρώπους περήφανους, αγωνιστές της ζωής που προσπαθούν να ζήσουν τις οικογένειές τους με αξιοπρέπεια», τονίζει η δημοτική αρχή και κάνει γνωστό ότι δεν πρόκειται «να συναινέσουμε στο προτετελεσμένο περιβαλλοντικό έγκλημα που ενορχηστρώνεται. Αντιθέτως με όσες δυνάμεις και μέσα διαθέτουμε θα κλιμακώσουμε τη δράση μας και θα είμαστε εκεί να αγωνιστούμε για να μην επιτρέψουμε την περαιτέρω υποβάθμιση της ζωής μας». Καλεί τους κατοίκους αύριο στις 10 το πρωί σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από τις εγκαταστάσεις του ΣΜΑ και στέλνει το μήνυμα: «60 χρόνια ήταν αρκετά – φτάνει πια».
Σφοδρές αντιδράσεις έχει προκαλέσει η τροπολογία του υπουργείου Περιβάλλοντος που κατέθεσε στο νομοσχέδιο για τη διαχείριση των αποβλήτων, με την οποία ανοίγει ο δρόμος για τη μετατροπή του Σχιστού σε βασικό αποδέκτη των απορριμμάτων της Περιφέρειας Αττικής -μαζί με τις εγκαταστάσεις της Φυλής- και επιτρέπει την κατασκευή εγκαταστάσεων επεξεργασίας απορριμμάτων σε όλες τις ζώνες προστασίας του Ορους Αιγάλεω.
Σε ομόφωνη απόφασή του το Δημοτικό Συμβούλιο Κερατσινίου-Δραπετσώνας τονίζει ότι «εν μέσω πανδημίας και καλοκαιριού η κυβέρνηση επιλέγει μία ακόμη φορά να νομοθετήσει σε βάρος της πόλης» και λέει όχι στη μονάδα διαχείρισης απορριμμάτων στο Σχιστό, στην καύση απορριμμάτων, στον νέο ΣΜΑ στο Σχιστό, στις ΣΔΙΤ στη διαχείριση απορριμμάτων.
Ο δήμαρχος Περάματος Γιάννης Λαγουδάκης από την πλευρά του επισημαίνει: «Η κυβέρνηση ολοκληρώνει την καταστροφή του Ορους Αιγάλεω» και τονίζει ότι με τροπολογία της τελευταίας στιγμής, χωρίς ενημέρωση και διαβούλευση, επιχειρεί νέα υποβάθμιση των συνθηκών ζωής και διαβίωσης των κατοίκων του Περάματος και της Β’ Πειραιά».
