Αίτημα να αποφυλακιστεί με καθεστώς ηλεκτρονικής επιτήρησης (βραχιολάκι) υπέβαλε μέσω του απολογητικού του υπομνήματος ο Δημήτρης Λιγνάδης και αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις της ανακρίτριας για τις δύο νέες κατηγορίες βιασμού που του απαγγέλθηκαν ύστερα από ισάριθμες καταγγελίες.
Η παραμονή τού τέως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου στο ανακριτικό γραφείο δεν ξεπέρασε τη μισή ώρα και ο συνήγορός του, Αλέξης Κούγιας, γνωστοποίησε ότι «καταγγείλαμε την προκατάληψη της ανακρίτριας», επέμεινε πως η εμπλοκή του κατηγορούμενου με τη Δικαιοσύνη σχετίζεται με «επιχειρηματικά παιχνίδια» και ότι η δικογραφία είναι «όνειδος» και παρατήρησε πως ο κατηγορούμενος «έχει τα πάθη του αλλά ποτέ δεν ήταν βιαστής».
«Η ανακρίτρια συνεχίζει να αντιμετωπίζει την υπόθεση αλληθωρίζοντας και δεν έχει ικανοποιήσει κανένα από τα αιτήματά μας. Είναι απαράδεκτο να εμπλέκονται δικαστές και εισαγγελείς σε επιχειρηματικά παιχνίδια», πρόσθεσε ο ποινικολόγος και επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι η δίωξη του Δ. Λιγνάδη έχει στόχο «να σταματήσει η προσπάθεια της κυβέρνησης για την επένδυση του Ελληνικού».
Υπόμνημα
Ο Δ. Λιγνάδης στο υπόμνημά του ζητάει να αποφυλακιστεί αναλαμβάνοντας ο ίδιος το κόστος τής κατ’ οίκον κράτησής του με βραχιολάκι. Πρόκειται για ένα ανεδαφικό αίτημα αφού, με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρα, το βραχιολάκι δεν εφαρμόζεται στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Οσον αφορά τις δύο νέες κατηγορίες βιασμού, ο σκηνοθέτης τις χαρακτηρίζει «ψευδείς και κατασκευασμένες»: Για τον 24χρονο που καταγγέλλει βιασμό του ως ανήλικος ενόσω ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του, υποστηρίζει ότι «το φερόμενο θύμα δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια όταν υποτίθεται ότι βιάστηκε καθώς ούτε κατήγγειλε ό,τι δήθεν συνέβη ούτε εξετάστηκε έστω από κάποιον γιατρό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο δήθεν βιασθείς δεν απευθύνθηκε στις διωκτικές αρχές μετά τις εγκληματικές ενέργειες που υποτίθεται ότι διέπραξα σε βάρος του το 2015, αλλά κατέθεσε σχετικά με αυτές μετά από έξι ολόκληρα χρόνια». Ισχυρίζεται, επίσης, πως ακόμη κι αν θα μπορούσε να υποτεθεί «ότι είχαμε συνευρεθεί ερωτικά και ο καταγγέλλων υπέμενε αυτήν την κατάσταση αποβλέποντας στη στέγη και την οικονομική βοήθεια που του παρείχα, το μόνο αδίκημα που θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί θα ήταν αυτό της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας έναντι αμοιβής, το οποίο όμως είναι πλημμέλημα και έχει ήδη παραγραφεί».
Για τη δεύτερη καταγγελία, που αφορά βιασμό ενηλίκου, ο Δ. Λιγνάδης αναφέρει πως δεν γνωρίζει καν τον μηνυτή του, τον οποίο χαρακτηρίζει «στρατευμένο μάρτυρα», και υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί σε βάρος του είναι «ένα φανταστικό σενάριο». Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, «ανάμεσα στη γνωριμία μας και τον υποτιθέμενο βιασμό του μεσολάβησαν κάποιες ημέρες, άρα θα ήταν αναμενόμενο και φυσιολογικό στο διάστημα αυτό να έχει αναφέρει τη γνωριμία μας και την υποτιθέμενη μετάβασή του στο διαμέρισμά μου ως γεγονός σημαντικό στο οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, όπως επίσης θα ήταν αναμενόμενο να έχει αναφέρει και το δήθεν ραντεβού που υποτίθεται ότι δώσαμε για την επόμενη φορά. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα να γνωρίζει κανείς και να επισκέπτεται έναν γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη στο σπίτι του!».
Ο κατηγορούμενος εμμένει στην υπερασπιστική του γραμμή ότι πρόκειται για κατασκευασμένη υπόθεση από δικηγόρους του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στόχος των οποίων είναι «η ηθική εξόντωσή μου με τους χαρακτηρισμούς του παιδόφιλου και βιαστή και όχι ο εγκλεισμός μου στη φυλακή».
Ανακρίτρια και εισαγγελέας διαφώνησαν για το εάν μπορεί ή όχι να επιβληθεί δεύτερη προφυλάκιση στον Δ. Λιγνάδη, με την πρώτη να υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει εφόσον πρόκειται για την ίδια υπόθεση και τον δεύτερο να αντιτείνει ότι πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις και να ζητάει να εκδοθεί νέο ένταλμα προσωρινής κράτησης. Το θέμα παραπέμφθηκε στο Δικαστικό Συμβούλιο και μέχρι τότε ο σκηνοθέτης θεωρείται ελεύθερος γι’ αυτή την υπόθεση, αλλά ισχύει η προφυλάκιση που του είχε επιβληθεί για τις προηγούμενες δύο υποθέσεις βιασμών. Το ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης είναι 18 μήνες αλλά, σύμφωνα με τον Αλέξη Κούγια, αν του επιβληθεί δεύτερη προφυλάκιση, θα φτάσει τους 24 μήνες.
