Περπάτησα με πείσμα εκείνο το πρωί στον Υμηττό. Και όσο περπατούσα, τόσο πείσμωνα. Και όσο πείσμωνα, τόσο περπατούσα. Ούτε ξέρω τι μ’ έπιασε. Εκτονωνόμουν ίσως. Μου το επέτρεπε και η αντοχή. Πατούσα πάνω της, πείσμωνα και περπατούσα. Μια στιγμή μόνο είπα: «Φτάνει! Νισάφι! Μην το παρατραβάμε!». Ημουν θυμωμένος. Εκοψα ένα κλωνάκι ανθισμένο θυμάρι, το μύρισα, ευώδιαζε, ξεθύμωσα.
Εκεί περίπου πήρα του γυρισμού τον δρόμο. Στο διάσελο, που από τη μια βλέπεις το δυτικό λεκανοπέδιο, από την Πεντέλη μέχρι την Πειραϊκή, κι από την άλλη το δυτικό, μέχρι την Αίγινα. Ηταν και καθαρή η ατμόσφαιρα, παρά τη συννεφιά. Εβλεπες ίσαμε τις πέρα από την Αίγινα ακτές· νομίζω της Τροιζηνίας! Κι εκεί, έπιασα να λογαριάζω τον θυμό, τον θύμο (αδένα) και τα διάφορα… θυμοειδή και θυμώδη με βάση, με επίκεντρο, το ανθισμένο θυμάρι που με ξεθύμωσε· δηλαδή, περίπου με ξεθύμανε.
Σκέφτηκα –στα κουτουρού, χρονογραφικά, χωρίς ετυμολογικές αξιώσεις– πως αυτό θα πει ξεθυμαίνω και ξεθυμασμένος: αυτός που έχει χάσει τον θυμό του, τη δύναμή του, το άρωμά του· γενικά είναι σε αδράνεια, ήταν μια φορά σφριγηλός και δυνατός και τώρα πια δεν είναι, ξεθύμωσε και ξεθύμανε.
Ενώ το θυμάρι –ίσως γι’ αυτό το λένε και θυμάρι– είναι πάντα θυμωμένο, δυνατό. Οποτε και να το αγγίξεις και να το τρίψεις στα δάχτυλα, το άρωμά του δεν το χάνει, χειμώνα – καλοκαίρι. Εκείνο το πρωινό δε, που ήταν και ανθισμένο –προς το τέλος της περασμένης εβδομάδας– μοσχοβολούσε από θυμό· από όπου και να το έπιανες έσκαγε από άρωμα.
Μέλι Υμηττού, λέει. Πρώτη ποιότητα. Στο θυμάρι το χρωστάει, από αρχαιοτάτων χρόνων. Οταν ανθίζει το καλοκαίρι –διαβάζω– έχει ροζ-μωβ άνθη, τα οποία αναδίνουν μοναδική μυρωδιά που ελκύει τις μέλισσες. Πάνω από 400 τα είδη του!
