Οι νότες από τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης», της θρυλικής ραδιοφωνικής εκπομπής που συνδέθηκε με την εποχή του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ (1976-1980) και περίπου εδώ και μισόν αιώνα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο γενιών και γενιών, θα αντηχήσουν στο Ηρώδειο για δύο βραδιές που αναμένονται μαγευτικές, στις 19 και 20 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Τα τραγούδια, που έγραψαν οι Νίκος Κυπουργός, Δημήτρης Μαραγκόπουλος, Λένα Πλάτωνος, Νίκος Χριστοδούλου σε στίχους της Μαριανίνας Κριεζή, θα ερμηνεύσουν οι Σαβίνα Γιαννάτου, Δώρος Δηµοσθένους, Λένια Ζαφειροπούλου, Τάσης Χριστογιαννόπουλος και η παιδική-νεανική χορωδία Rosarte, υπό τη διεύθυνση της Ρόζης Μαστροσάββα, η οποία για πρώτη φορά θα αποδώσει ορισμένα από αυτά στη νοηματική γλώσσα.
Συνομιλήσαμε με κάποιους από τους συντελεστές της παράστασης «Εδώ Λιλιπούπολη – Τα τραγούδια», επιλέγοντας να θέσουμε διαφορετικές ερωτήσεις στους αρχικούς συντελεστές (Νίκο Κυπουργό, Δημήτρη Μαραγκόπουλο, Σαβίνα Γιαννάτου) και άλλες σε εκείνους που συμμετέχουν για πρώτη φορά σε πλήρη παρουσίαση του έργου (Δώρο Δηµοσθένους, Λένια Ζαφειροπούλου) και εστιάζοντας κυρίως στο τι σημαίνει γι’ αυτούς η «Λιλιπούπολη» και ποιο το αποτύπωμα που άφησε στην καλλιτεχνική διαδρομή τους.
● Τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» είναι ένας από τους καλύτερους φίλους όλων όσοι υπήρξαν παιδιά κατά τη διάρκεια των 45 χρόνων από τη δημιουργία τους, αλλά και από τους βασικούς παράγοντες της… κατάργησης του χάσματος των γενεών μεταξύ γονιών και παιδιών, παππούδων/γιαγιάδων και εγγονιών, θείων και ανιψιών, νονών και βαφτιστηριών. Ποιοι πιστεύετε ότι είναι οι λόγοι γι’ αυτό;
Νίκος Κυπουργός: Πίστευα πάντοτε ότι ένα τραγούδι για παιδιά πρέπει να είναι καλό και για τους μεγάλους. Να σέβεται τα παιδιά, να μην τα υποτιμά. Μπορεί να είναι εύκολο ή δύσκολο να τραγουδηθεί, μπορεί να είναι αρκετά σύνθετο, αφού τα παιδιά είναι εξ ορισμού πιο ανοιχτά από τους μεγάλους και δεν έχουν ήδη διαμορφωμένα κριτήρια. Κι όταν είναι απλό, να μην είναι απλοϊκό. Στη «Λιλιπούπολη» είχαμε την τύχη να έχουμε τους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή, οι οποίοι πριν από τους ακροατές ταξίδευαν πρώτα εμάς τους ίδιους.
Είναι μεγάλη τιμή λοιπόν για μας αν τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» καταφέρνουν να ενώνουν τις γενιές. Το τραγούδι και η μουσική γενικά σε όλη της την ιστορία αρέσκεται να ξεπερνάει τα σύνορα, όχι μόνο τα γεωγραφικά, αλλά και τα ηλικιακά.
Δημήτρης Μαραγκόπουλος: Ηταν μια ευχάριστη έκπληξη όταν συνειδητοποιήσαμε μετά τον πρώτο χρόνο των εκπομπών ότι η «Λιλιπούπολη» άγγιζε και μιλούσε σε διαφορετικές ηλικίες αλλά και κοινωνικά στρώματα. Χρόνια αργότερα θα μαθαίναμε ότι, πέρα από τα παιδιά, φοιτητές, υπάλληλοι, επιστήμονες και ένα σωρό άνθρωποι της εργασίας άλλαζαν όταν μπορούσαν διακριτικά τα ωράριά τους προκειμένου να την ακούν.
Η δική μου ερμηνεία είναι ότι η «Λιλιπούπολη» ήταν και είναι το απόλυτο παιχνίδι με τα παράδοξα, το μυστήριο, την αδρεναλίνη του, τα θαύματα και τη λυτρωτική ενέργεια ενός παιχνιδιού. Και είναι μόνο το παιχνίδι και η τέχνη που, όπως σοφά διατύπωσε ο σπουδαίος Γουίνικοτ, αποτελούν τη μεγάλη πολιτισμική εμπειρία που γεφυρώνει τον εσωτερικό κόσμο με την πραγματικότητα. «Πού πάει ο καιρός που φεύγει;» αναρωτιέται το τραγούδι της «Λιλιπούπολης», «πού ζούμε όταν ακούμε μουσική, βλέπουμε έναν πίνακα ή διαβάζουμε λογοτεχνία;» αναρωτιέται ο κορυφαίος ψυχαναλυτής. «Πού ζούμε όταν ακούμε τις εκπομπές και τα τραγούδια της “Λιλιπούπολης”;» Νομίζω μέσα σε αυτή τη λυτρωτική εμπειρία -όχι ουτοπική- αλλά τη γεμάτη φαντασία και μυστήριο του παιχνιδιού και της τέχνης που φωτίζουν με πολύ αποκαλυπτικά χρώματα την πραγματικότητα, δείχνοντας και τα άσχημα και τα όμορφα.
Σαβίνα Γιαννάτου: Φαντάζομαι ότι μπορεί κανείς να το αναλύσει λεπτομερώς, αλλά δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για να δώσω μια τέτοια απάντηση. Μπορώ όμως να πω με σιγουριά ότι τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά τα τραγούδια αυτά έγιναν με κέφι αλλά και με «σοβαρότητα» απέναντι στα παιδιά. Θα έλεγα ότι οι δημιουργοί τους ίσως να τα έφτιαξαν με γνώμονα το τι θα ήθελαν να ακούσουν εκείνοι ως παιδιά, αλλά έχοντας και γνώση τού τι θα ήθελαν να αποφύγουν όσον αφορά την αντιμετώπιση των παιδιών μέσα από τα παραμύθια και τα τραγούδια. Μια υπόθεση κάνω..
Υπάρχει στα τραγούδια αυτά ένα κλείσιμο του ματιού, δεν υπάρχει σοβαροφάνεια, δεν υπάρχει διδακτική διάθεση. Είναι σαν να σου λένε «για δες, υπάρχει κι αυτός ο τρόπος να δεις τα πράγματα: ένας δράκος μπορεί να πιάσει αστακούς όχι για να τους φάει, αλλά για να του ξύσουν την πλάτη» («Ο Δράκος»). Αυτό το τραγούδι απευθύνεται σε παιδιά, αλλά μας αφορά όλους. Είναι ένα εύρημα που σου αφαιρεί τον φόβο, που σε κάνει να χαμογελάς. Και αυτή η διάθεση διατρέχει όλη τη «Λιλιπούπολη», τόσο τα κείμενα όσο και τα τραγούδια.
● Οταν τα δημιουργούσατε ή συμμετείχατε στην ερμηνεία τους, σας είχε περάσει από το μυαλό -έστω και ως κρυφή προσδοκία- ότι τώρα «γράφεται Ιστορία» ή σας εξέπληξε αυτή η πολύ μεγάλη, διαχρονική επιτυχία τους;
Ν.Κ.: Είδαμε την αποδοχή μόνο αφού η εκπομπή είχε πλέον τελειώσει, είχε γίνει ο δίσκος και ο κόσμος γέμιζε τις συναυλίες. Δεν υπήρχαν γκάλοπ ούτε likes για να μας «κατευθύνουν». Μόνος μας οδηγός το ένστικτο και η χαρά του παιχνιδιού και της αναζήτησης, που απέρρεε από τη συνολική ατμόσφαιρα του Τρίτου. Και βέβαια η αντιμετώπιση των παιδιών με σεβασμό και αίσθηση ευθύνης. Νιώθαμε άλλωστε ευθύνη και απέναντι στον σοφό Χατζιδάκι, που ήξερε να εκμαιεύει τον καλύτερο εαυτό μας αφήνοντάς μας ελεύθερους και δείχνοντάς μας απόλυτη εμπιστοσύνη.
Δ.Μ.: Οχι, ευτυχώς, γιατί θα χάναμε τον αυθορμητισμό μας και την εσωτερική ελευθερία έκφρασης της μουσικής μας. Τα τραγούδια δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να είναι «κατανοητά», υποτιμώντας και προεξοφλώντας τη δεκτικότητα των παιδιών και του ακροατή. Συχνά έχουν διαφορετικούς βαθμούς πολυπλοκότητας.
Σε μια βαθιά ενότητα με τους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή κατάφεραν να αποτυπώσουν στον γενετικό τους κώδικα την αύρα της εκπομπής που συνέλαβαν η Ρεγγίνα Καπετανάκη και η Ελένη Βλάχου και εμπλουτίστηκαν από τη συνεισφορά πολλών σπουδαίων δημιουργών και εκτελεστών. Σε μια εποχή όπου ο ψυχικός κόσμος των παιδιών και των ενηλίκων έχει αλλάξει όπως και η εξωτερική πραγματικότητα, που έγινε πιο ανήσυχη, απρόβλεπτη και βίαιη με ασταθείς άξονες και κανόνες πλοήγησης, αυτή ακριβώς η αλήθεια της «Λιλιπούπολης», τα μυστικά και τα φανερά, όσα λέγονται και δεν λέγονται, αποδεικνύονται ζωτικά και με την ικανότητα να ταξιδεύουν αβίαστα μέσα στον χρόνο.
Σ.Γ.: Δεν είχα σκεφτεί τίποτα για την «Ιστορία». Ημουν ευτυχής που συμμετείχα σε κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ. Το θεωρούσα σημαντικό για το τότε παρόν. Δεν σκεφτόμουν το μέλλον.
Με χαροποίησε πολύ και με χαροποιεί πάντα το ότι ακούγονται μέχρι σήμερα. Θυμάμαι σε μια συναυλία μου στην Κρήτη κάποιους νεαρούς, πολύ σοβαρούς, ίσως και «βαρείς» τύπους, με μούσια, μουστάκια, όλα μαύρα κ.λπ., που όταν ξεκίνησα να τραγουδάω τη «Ρόζα Ροζαλία» άρχισαν να τραγουδάνε κι αυτοί μαζί. Ναι, τότε εξεπλάγην…
● Πόσων χρόνων ήσασταν όταν πρωτακούσατε τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης», τι εντύπωση σας έκαναν και ποια συναισθήματα σας δημιούργησαν;
Δώρος Δημοσθένους: Στην εφηβεία μου. Λόγω όμως του ότι άκουγα περισσότερο ξένα τραγούδια και σποραδικά ελληνικά, εκτός από αυτά που παίζονταν στο ραδιόφωνο, τη «Λιλιπούπολη» την άκουσα ενδελεχώς μετά τα 22 μου, όταν και ξεκίνησε η συνεργασία μου με τον Νίκο Κυπουργό. Ενιωσα σαν να είχα μπει μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα γεμάτη φαντασία και ταξίδευα με τη μουσική και τις εικόνες των τραγουδιών και παράλληλα ότι αυτό που άκουγα ήταν κάτι πολυτελές από άποψη αισθητικής.
Λένια Ζαφειροπούλου: Οταν οι εκπομπές της «Λιλιπούπολης» παίζονταν στο ραδιόφωνο δεν είχα ακόμα γεννηθεί, άκουσα όμως τα τραγούδια και σπαράγματα από εκπομπές σε κασέτες που είχαν γράψει οι γονείς μου από το ραδιόφωνο. Ηταν τα πρώτα παιδικά τραγούδια της ζωής μου και συγχρόνως η πρώτη επαφή μου με τη λογοτεχνία του φανταστικού και μ’ έναν εξ ολοκλήρου επινοημένο κόσμο, πριν γνωρίσω τη «Νάρνια» του Λιούις ή τον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών».
● Τι νιώθετε τώρα που συμμετέχετε στην παρουσίαση αυτού του εμβληματικού έργου στο Ηρώδειο;
Δ.Δ.: Εχω τραγουδήσει κι άλλες φορές κάποια από αυτά τα τραγούδια σε μικρότερους χώρους, αλλά και στο Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Αυτή τη φορά, που θα αποδοθούν με τις πρώτες ενορχηστρώσεις όπου υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε κάποια μελωδικά σημεία, θα είναι διαφορετικά κι από την πλευρά μου.
Οι παλαιότερες ερμηνείες μου είχαν στηριχτεί περισσότερο, θέλοντας και μη, πάνω στις ερμηνείες του υπέροχου Σπύρου Σακκά. Τώρα με την πιο λεπτομερή ανάγνωση του έργου και την καθοδήγηση του Νίκου Χριστοδούλου, που έχει αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια και τη μουσική διεύθυνση, διαφοροποιούμαι και εγώ ανακαλύπτοντας έναν άλλον τρόπο ερμηνείας, πιο δικό μου.
Λ.Ζ.: Χαίρομαι πολύ που μελετώ αυτόν τον καιρό τη «Λιλιπούπολη» από την παρτιτούρα και θαυμάζω ξανά τις τόσο ενδιαφέρουσες, ευφάνταστες και πνευματώδεις συνθέσεις. Ευελπιστώ να κουβαλήσω στη σκηνή και να μπορέσω να μεταδώσω κάτι από την ελαφριά, συγχρόνως μελαγχολική και αυτοειρωνική ατμόσφαιρα του ’80 που γέννησε αυτή τη μουσική.
? INFO: «Εδώ Λιλιπούπολη – Τα τραγούδια», Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Παρασκευή 9 – Σάββατο 10 Ιουλίου. Ωρα έναρξης: 21.00. Εισιτήρια: Διακεκριμένη Ζώνη 60€. Ζώνη Α’ 50€. Ζώνη Β’ 35€. Ζώνη Γ’ 25€ • Ανω Διάζωμα 20, 16, 14€. Φοιτητικό / 65+ / Καλλιτεχνικών Σωματείων 12,50, 11€. ΑμεΑ / Ανέργων / Σπουδαστικό Καλλιτεχνικών Σχολών 5€.
