Στα ενδιαφέροντα αναγνώσματα πολιτικής θεωρίας ο άτυπος κύκλος ιδεών που ονομάστηκε Σχολή της Φρανκφούρτης, γοήτευσε στην εποχή της και συνεχίζει να γοητεύει ακόμα και σήμερα.
Στην ανάγνωση που έκαναν οι θεωρητικοί της Σχολής, η ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία μπορούσε να επιτευχθεί κυρίαρχα μέσω του πολιτισμού – Είναι εκείνος που μπορεί να αναπαραστήσει τις δημιουργικότερες μορφές της κοινωνίας. Άρα οι υψηλές μορφές πολιτισμού, όπως είναι η μουσική για παράδειγμα, έχουν αυξημένη βαρύτητα στον τρόπο με τον οποίον διαχειρίζονται τον ρόλο τους τόσο ως κριτικές αναπαραστάσεις της κοινωνίας όσο, φυσικά, και ως παραγόμενα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.
Εδώ είναι που η Σχολή έκανε μια τομή στο μεγάλο πλέγμα έκφρασης του πολιτισμού, καθώς η θέση της Τέχνης (-όχι του ελιτισμού της Τέχνης, αλλά της Τέχνης εκείνης που δεν καλύπτει τις πλαστές ανάγκες της σύγχρονης ζωής) βρέθηκε στο περιθώριο και σε κεντρικό σημείο παράγεται, αναπαράγεται και, τελικά, κυριαρχεί η βιομηχανία τού μαζικού πολιτισμού. Γιατί ακριβώς ο μαζικός πολιτισμός και η βιομηχανία που κυριαρχεί πίσω από αυτόν, αφορά ένα ψευδές αίσθημα ασφάλειας για τον έλεγχο που έχουμε πάνω στις ζωές μας. Πώς παράγονται υποκατάστατα που δημιουργούν το αίσθημα ασφάλειας μέσω του μαζικού πολιτισμού; Αρχικά με την καλλιέργεια ψευδούς αισθήματος ελέγχου στο μέλλον μας, μέσω των ζωδίων για παράδειγμα (Τα άστρα κάτω στη Γη, του Αντόρνο, είναι χαρακτηριστικό εργασία από τους εκπροσώπους της Σχολής για το θέμα), και έπειτα με τα τυποποιημένα πολιτιστικά προϊόντα, όπως είναι οι σαπουνόπερες αλλά και ευρύτερα τα εύπεπτα θεάματα και ακροάματα.
Πού περισσότερο σε εποχή όπως είναι αυτή που διανύουμε, με τον κυρίαρχο ψυχολογικό φόβο τής εισβολής στο σώμα μέσω του εμβολίου για τον κορωνοϊό. Ενός φόβου δηλαδή που εκκινεί πολλούς αιώνες πίσω και σχετίζεται με την πιθανή αλλοίωση της ατομικής μοναδικότητας: Μας ανήκει το σώμα μας, είναι δηλαδή μοναδικό, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα όρια του. Άρα καταλαβαίνουμε τα όρια του εαυτού μας εκεί που τελειώνει η σάρκα μας – Αυτή είναι η μεγαλύτερη πλάνη-κέντα της νεωτερικότητας. Με αποτέλεσμα, κάποιοι, να αντιδρούν τώρα και να μην δέχονται την απάντηση στο πρόβλημα του κορωνοϊού που είναι το εμβόλιο, με χίλιες δύο προφάσεις για να μην μπει στο κορμί τους κάτι που μπορεί να αλλοιώσει τη μοναδικότητά τους. Αλλά, παραδοσιακά, δεν αντιδρούν καθόλου στα θεάματα, αναγνώσματα και ακροάματα της βιομηχανίας τού μαζικού πολιτισμού που αποδεδειγμένα εισβάλουν μέσα τους και δημιουργούν έναν μονοδιάστατο ανθρωπότυπο, τόσο βαρετό, προβλέψιμο και συνάμα επικίνδυνο, που δύσκολα μπορεί να χωρέσει ο νους.
Κι εδώ είναι που έχει σημασία να αποσυνδεθεί η Τέχνη από την εργαλειακή χρησιμοποίησή της και να ενδυθεί τον χειραφετιτικό ρόλο της προς την κοινωνίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την τελευταία εργασία των Χαΐνηδων, το Βάρδα φουρνέλο, που αναμετριέται με όλες τις βεβαιότητες της μετανωτερικότητας, με τα όρια της ρευστής νεωτερικότητα καλύτερα, και καταγίνεται μια συμπεριληπτική, οργανωμένη και πλήρης εργασία ανατροπής στα λιμνάζοντα νερά τής δισκογραφίας και όχι μόνο. Με τον Δημήτρη Αποστολάκη ως Jango – Coach player σε δαιμονιώδη φόρμα, έναν πνευματικό άνθρωπο, έναν τολμηρό διανοητή, έναν χαρούμενο λυράρη, το αποτέλεσμα φέρει το μέτρο τής αισθητικής πολύ ψηλά. Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός τής αφιέρωσης της εργασίας σε ανθρώπους όπως ο Περικλής Κοροβέσης, ο Καπετάν Αξάς, ο Νίκος Σπυρόπουλος μέχρι τον πατέρα του Δημήτρη, τον Σταύρο Αποστολάκη. Για φινάλε, η σπουδαία έκπληξη που κρύβει το τηλέφωνο επικοινωνίας. Το Βάρδα φουρνέλο, ναι, μπορεί να γίνει το υποχρεωτικό εμβόλιο ενάντια στο τοξικό κοινωνικό αποτύπωμα του κορωνοϊού. Για να μην ψάχνουμε τον Θεό ψηλά, κοιτάζοντας στον ουρανό. Θα τον βρούμε μόνο αν τον ψάξουμε ανάμεσά μας ή καθόλου.
