Συμβούλιο θεών στον Όλυμπο.
Οδυσσέας και Καλυψώ.
Τηλέμαχος και Αθηνά.
Πηνελόπη και μνηστήρες.
Τον άντρα τον πολύτροπο τραγούδα μου Ω! Μούσα
που χρόνια βασανίστηκε αφού την Τροία πήρε.
Ανθρώπων γνώρισε πολλών τους τόπους και τη γνώση
έζησε πλήθος συμφορές στα πέλαγα, ζητώντας
στην πατρίδα του, σώος να επιστρέψει.
Να επιστρέψει γρήγορα μαζί με τους συντρόφους
που όμως δεν κατάφερε αυτούς να τους γλιτώσει,
γιατί μονάχοι χάθηκαν, από δικά τους λάθη,
οι ασεβείς, που φάγανε του παντεπόπτη Ήλιου
τα βόδια, και έτσι στερηθήκανε του γυρισμού τη μέρα.
Τον έκλαιγε η γυναίκα του και η πατρίδα όλη.
Μια λάγνα, φλογερή θεά, η Καλυψώ η νεράιδα,
σε φυλακή ερωτική τον είχε εγκλωβίσει.
Τέλος, σαν έφτασε ο καιρός το γύρισμα του χρόνου,
τότε εστέρξαν οι θεοί στην χώρα του να έλθει.
Όλοι οι θεοί μαζεύτηκαν στ` Ολύμπου τα παλάτια
μίλησε ο Δίας, των θεών κι ανθρώπων ο πατέρας·
«Ω, κρίμα αλήθεια, οι άνθρωποι με τους θεούς να τα ‘χουν,
γιατί θαρρούν πως από μας οι συμφορές τους βρίσκουν,
ενώ οι ίδιοι προκαλούν όλα τα βάσανα τους.
Το λόγο πήρε η Αθηνά η πάνσοφη Παλλάδα
«Πατέρα μας, του Κρόνου γιε, των ουρανίων πρώτε,
πονάει εμένα η καρδιά που ο σοφός Δυσσέας,
βρίσκεται χρόνια μακριά, απ` όλους τους δικούς του,
σ’ ένα περίκλειστο νησί, στη μέση του πελάγου,
πολύδεντρο, που μια θεά τ` αρχοντικό της έχει,
η θυγατέρα του Άτλαντα, η Καλυψώ η νύμφη.
Όλο με τα ερωτικά και τα γλυκά της λόγια
νύχτα και μέρα τον κρατά μακριά απ` την Ιθάκη.
Ο Οδυσσέας τον καπνό ποθεί να αγναντέψει
να βγαίνει απ’της Ιθάκης του τα σπίτια κι ας πεθάνει.
Πατέρα Δία μη μισείς τον Οδυσσέα τόσο
λέει η κόρη η θεά, στον Δία τον πατέρα.
Ο Δίας της απάντησε ο συννεφοσυνάχτης˙
Ω! Αθηνά, ω! κόρη μου, τι λόγια είναι τούτα
Πώς να ξεχάσω τον θεϊκό τον Οδυσσέα πες μου,
που δεν τον φτάνει άλλος κανείς σε γνώση και ανδρεία,
Θυσίες πρόσφερε πολλές σε μας τους αθανάτους.
Αυτός που δεν τον συγχωρεί είναι ο Ποσειδώνας
γιατί τον γιο του τύφλωσε, με τέχνασμα μεγάλο.
Ο Οδυσσέας σπίτι του σωστό είναι να γυρίσει
απόφαση ας πάρουμε όλοι οι θεοί για τούτο.
Χάρηκε μ` όσα άκουσε η Αθηνά Παλλάδα
«Πατέρα μας, του Κρόνου γιε, των ουρανίων πρώτε,
αν οι αθάνατοι θεοί αυτό που λες ψηφίσουν
σπίτι του ο βαθυστόχαστος Δυσσέας θα γυρίσει.
Τον φτεροπόδαρο Ερμή να στείλουμε τελάλη
στης Ωγυγίας το νησί τρεχάτος να μηνύσει
στη νύμφη, την πανέμορφη την θεϊκή βουλή μας,
πώς θα γυρίσει ο τολμηρός Δυσσέας στην πατρίδα.
Εγώ όμως στον Τηλέμαχο θα πάω στην Ιθάκη
θάρρος να βάλω πιότερο και τόλμη στην καρδιά του,
τους παινεμένους Αχαιούς σε σύνοδο να κράξει
και τους Μνηστήρες γρήγορα να διώξει απ` το παλάτι
που χρόνια σφάζουνε αρνιά, καλοθρεμμένα βόδια.
Να πάει στη Σπάρτη θα του πω και στην ωραία Πύλο
νέα για τον πατέρα του όσα μπορεί να μάθει.
Είπε κι αμέσως έδεσε στα πόδια της σαντάλια,
χρυσά κι αιώνια, που μαζί με την πνοή του ανέμου
παντού, σ` ατέλειωτες στεριές, και πέλαγα την πάνε.
Άρπαξε το μεγάλο της πολεμικό κοντάρι
βαρύ, γερό, με κοφτερή χρυσο- χαλκένια κόψη,
Πέταξε τότε απ’ την κορφή τ` Ολύμπου την ουράνια
κι ευθύς Ιθάκη βρέθηκε και στου Δυσσέα εστάθη
στην πρώτη πύλη της αυλής, απάνω στο κατώφλι,
κρατώντας το παλλόμενο κοντάρι της στο χέρι,
και τη μορφή της άλλαξε και έγινε ο Μέντης.
Πρώτος ο θεοφύλαχτος Τηλέμαχος την είδε.
Καθόταν με βαριά καρδιά κοντά με τους Μνηστήρες
κι ο νους του συλλογίζονταν τον ακριβό πατέρα,
να ‘ρθει επιτέλους σπίτι του να διώξει τους Μνηστήρες
τάξη να βάλει στο νησί, κουμάντο αυτός να κάνει.
Αυτά συλλογιζότανε εκεί στο φαγοπότι
κι αντίκρισε την Αθηνά. Στην πόρτα αμέσως τρέχει,
γιατί του φάνηκε βαρύ να είναι ο ξένος μόνος.
«Ω ξένε, καλώς όρισες. Το σπίτι μας δικό σου,
κι αφού δειπνήσεις, μας μιλάς, για την ανάγκη πούχεις».
Είπε, και κίνησε μπροστά κι η Αθηνά πιο πίσω.
Κι όταν κατόπιν μπήκανε μες στο λαμπρό παλάτι
έβαλε ο Τηλέμαχος του ξένου το κοντάρι,
μες στην ομορφοσκάλιστη θήκη των ακοντίων
κι άλλα κοντάρια είχε εκεί τ` ατρόμητου Οδυσσέα.
Οδήγησε την Αθηνά σε θρόνο να καθίσει.
όμορφο, ψιλοδούλευτο-λινό στρωσίδι κάτω
απλώνεται, κι ένα σκαμνί για ν’ ακουμπούν τα πόδια.
Έτοιμος για τον κύρη του μαντάτα να ζητήσει.
Σαν φάγανε και χόρτασαν οι ασεβείς Μνηστήρες
σκέφτηκαν να χορέψουνε, τραγούδια να αρχίσουν
πού ‘ναι στολίδια του γλεντιού. Γλυκόλαλη κιθάρα
κάποιος πήγε κι έβαλε στα χέρια του Φημίου,
που άθελα διασκέδαζε τον κύκλο των Μνηστήρων.
Κι ενώ την κούρντιζε όμορφα ν’ αρχίσει ένα τραγούδι
πλησίασε ο Τηλέμαχος στην Αθηνά, και λέει:
«Καλέ μου ξένε θα σου πω, αλλά να μη θυμώσεις
να μάθεις γιατί όλοι αυτοί ζητάν χορό, τραγούδι,
χαρά τους το δικό μας βιος άσκεφτα να σκορπάνε.
Αχ, πάει, για πάντα χάθηκε του γυρισμού του η μέρα.
Ξένε ποιος είσαι εσύ, πως έφτασες Ιθάκη;»
Μέντης τ’ Αγχιάλου ο γιος παινεύομαι πως είμαι
και τους Ταφιώτες κυβερνώ τους θαλασσοθρεμμένους
Τώρα πάω σ’ αλλόγλωσσους ανθρώπους, στην Τεμέση,
τη θάλασσα αρμενίζοντας, χαλκό να αγοράσω.
Εγώ με τον πατέρα σου παλιά φιλία έχω,
είμαστε φίλοι γκαρδιακοί οι δυο μας από χρόνια,
κι αν πας στο γέρο-μαχητή Λαέρτη ρώτησέ τον.
Ήρθα γιατί μου είπανε πως γύρισε ο Δυσσέας,
μα οι αθάνατοι θεοί το δρόμο του εμποδίζουν.
Μάθε κι εσύ Τηλέμαχε πως ζει ο Οδυσσέας
κάπου μέσα στης θάλασσας τα μέρη αποκλεισμένος,
σ’ ένα αφιλόξενο νησί κι εκεί τον εμποδίζουν
άντρες κακοί και άγριοι, θέλει δε θέλει εκείνος.
Μακριά απ` την Ιθάκη του, καιρό δε θα ‘ναι ακόμα,
κι αν το κορμί του με δεσμά το δέσουν σιδερένια,
αυτός ο πολυμήχανος, θα βρει να φύγει τρόπο.
Δε θα ξεγράψουν οι θεοί στο τέλος τη γενιά σου.
«Ξένε, για όλα αυτά που λες θα σου μιλήσω ντόμπρα.
Το σπίτι αυτό χαρούμενο κι ευτυχισμένο θα ‘ταν
ανίσως στην Ιθάκη εδώ βρισκόταν ο Δυσσέας.
Μα αλλιώς θελήσαν οι θεοί που λάθος γνώμη είχαν
και μόνο εκείνον άφαντο τον έκαμαν απ’ όλους.
Αυτοί εδώ το σπίτι μου κι εμένα θα ξεκάμουν».
Κι η Αθηνά τ’ απάντησε πολύ αγαναχτισμένη:
«Ο Οδυσσεύς αν έφτανε με κράνος και μ’ ασπίδα
και δυο κοντάρια, να σταθεί στα πρόπυλα του οίκου
όλα θα τα κανόνιζε με τόλμη και ανδρεία.
Αυτό που τώρα θα σου πω Τηλέμαχε άκουσε το.
Συνέλευση αύριο κάλεσε για όλους τους πολίτες
πες καθαρά τη γνώμη σου, με των θεών το θάρρος.
Στα σπίτια τους να μαζευτούν πρόσταξε τους Μνηστήρες.
Και θα σου πω μια συμβουλή σοφή σα θες ν’ ακούσεις.
Απ’ όλα το καλύτερο καράβι ν’ αρματώσεις
με κωπηλάτες είκοσι και φύγε για να μάθεις
νέα για τον πατέρα σου, που λείπει τόσα χρόνια,
κάποιος θα ξέρει να σου πει για τις βουλές του Δία.
Να πας στο γέρο-Νέστορα στην Πύλο να ρωτήσεις
Κι έπειτα στον Μενέλαο που κυβερνά τη Σπάρτη,
απ’ το χαλκόφραχτο στρατό στερνός εκείνος ήρθε.
Κι αν μάθεις ο πατέρας σου πως ζει και θα γυρίσει,
παρ` όλη τη λαχτάρα σου, περίμενε ένα χρόνο.
Κι αν πάλι μάθεις πως δε ζει, στη γη πως δεν υπάρχει,
αμέσως, στην Ιθάκη σου να ‘ρθεις και να του χτίσεις
λαμπρό μνημείο και πολλές θυσίες να προσφέρεις,
όσες ταιριάζει, αρχοντικές. Και πάντρεψέ στο τέλος
τη μάνα σου. Κι έτσι, αν όλα αυτά, τα κάνεις και τελειώσεις,
σκέψου πια τότε μόνος σου στα βάθη της καρδιάς σου,
πώς τους Μνηστήρες σπίτι σου θα τους ξεκάνεις όλους.
Και διόλου να μη φοβηθείς, παιδί δεν είσαι πλέον.»
Έτσι είπε, κι έφυγε έπειτα η λαμπερή Παλλάδα.
θάρρος και τόλμη γέμισε η καρδιά του Τηλεμάχου
κι άρχισε τον πατέρα του να συλλογιέται τώρα.
και στους Μνηστήρες πήγε ευθύς το ισόθεο παλικάρι.
Ο ξακουστός ο Φήμιος κοντά τους τραγουδούσε
τα βάσανα των Αχαιών γυρνώντας απ` την Τροία.
Κι ως άκουσε από ψηλά τ’ αθάνατο τραγούδι,
η Πηνελόπη η φρόνιμη του Τηλεμάχου η μάνα,
στα γρήγορα κατέβηκε του πύργου της τη σκάλα,
«Φήμιε να μην ξαναπείς το θλιβερό τραγούδι
που πάντα μέσα την καρδιά τα στήθια μού πληγώνει.
Γιατί τον άντρα μου ποθώ κι αιώνια τον θυμάμαι,
που ‘ναι μεγάλη η δόξα του στ’ Άργος και στην Ελλάδα».
Κι ο συνετός Τηλέμαχος απάντησε και είπε·
«Μάνα τον Φήμιο τον πιστό άδικα αποπαίρνεις,
δεν φταίει ο τραγουδιστής, μόνο ο μέγας Δίας
που όπως θέλει κυβερνά τους άμοιρους ανθρώπους.
Ντροπή δεν έχει ο Φήμιος που τραγουδά τη μοίρα.
κι όλοι ζητάν ν` ακούσουνε τα νέα του τραγούδια.
Όλη τη νύχτα, άγρυπνος κάτω απ` τις κουβέρτες
σκεφτόταν ο Τηλέμαχος της Αθηνάς τα λόγια.
Με οδηγό το αρχαίο κείμενο και την μετάφραση Σιδέρη επέλεξα 170 στίχους, από τους 444 της ραψωδίας α`. Η «ανάπλαση» έγινε στίχο-στίχο κρατώντας τη ροή και το ύφος. Υπογραμμίζω κάποιους στίχους με σημαντικά νοήματα.
Περίληψη ραψωδίας α:
Η Οδύσσεια ξεκινά με επίκληση του ποιητή στην Μούσα : ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ / πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν· πολλών δ` ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω.
Ω! Μούσα, τραγούδησε μου τον άντρα τον πολύτροπο που τόσο περιπλανήθηκε, μετά την πτώση της ιερής Τροίας, αυτόν που τόσα έμαθε για τις πόλεις και τις σκέψεις των ανθρώπων.
Οι θεοί μαζεύονται και κάνουν συμβούλιο στον Όλυμπο. Η θεά Αθηνά, προστάτιδα των Ελλήνων στον Τρωικό πόλεμο και θαλασσομαχούσα για χάρη του Οδυσσέα, ανοίγει τη συζήτηση ρωτώντας τον πατέρα της Δία, γιατί η Καλυψώ κρατά αιχμάλωτο τον Οδυσσέα στην Ωρυγία, στο μακρινό νησί της. Η απάντηση του Δία είναι αυτονόητη: Ο Οδυσσέας τύφλωσε το γιο του Ποσειδώνα, τον Πολύφημο και ο θεός της θάλασσας του επέβαλλε την τιμωρία της μη επιστροφής. H Αθηνά πείθει τον Δία να επιτρέψει την επάνοδο του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Η θεά, με μορφή θνητού, πάει στο παλάτι του Οδυσσέα για να δασκαλέψει τον Τηλέμαχο, τι να κάνει με την αναζήτηση του πατέρα του αλλά και πώς να αντιμετωπίσει τους θρασείς μνηστήρες που ξοδεύουν την περιουσία του Οδυσσέα ενώ παράλληλα παρενοχλούν την πιστή Πηνελόπη. Τον παρακινεί να πάει στο βασιλιά της Πύλου Νέστορα και στο βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαο, να ρωτήσει και να μάθει για τον πατέρα του.
Ο Τηλέμαχος παίρνει θάρρος και δύναμη όταν η Αθηνά παρουσιάζεται με την πραγματική θεϊκή μορφή της. Ο θεόπνευστος, θεοδίδακτος, αυτοδίδακτος μουσικός Φήμιος τραγουδά για την επάνοδο των Ελλήνων από την Τροία. Ο Τηλέμαχος μιλά με θάρρος και αποφασιστικότητα στους μνηστήρες ζητώντας τους να φύγουν από το παλάτι. Τους λέει ότι θα συγκαλέσει γενική συνέλευση των κατοίκων της Ιθάκης για να μάθουν όλοι για την συμπεριφορά των μνηστήρων και ν` αποφασίσουν τι θα γίνει. Ο Τηλέμαχος περνά το βράδυ ξάγρυπνος με τη σκέψη του στις υποδείξεις της Αθηνάς.
*Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
** Αφιερώνεται στον φίλο Μιτ Μητρόπουλο καλλιτέχνη, αρχιτέκτονα που η Ιθάκη του είναι το Γαλαξείδι.
