Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με αφορμή τις «Πανελλαδικές» και το σημερινό «Σχολείο των Εξετάσεων», το οποίο διατηρήθηκε ανέπαφο παρά την πανδημία.

Το ζήτημα δεν πρέπει να μπαίνει, όπως συνήθως μπαίνει, δηλαδή με τη μορφή διλήμματος: ν’ αλλάξουμε πρώτα την κοινωνία και στη συνέχεια την εκπαίδευση ή να ξεκινήσουμε πρώτα απ ‘ την εκπαίδευση. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός είναι απ’ τους πιο βασικούς μηχανισμούς της υπάρχουσας κοινωνίας. Σε μια θεωρία  και μια πρόταση για τη μετάβαση σε μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, πρέπει να κατέχει σημαντική θέση η θεωρία για τη δομή της εκπαίδευσης σ’ αυτήν. Και όχι μόνο αυτό.

Καθώς είναι απαραίτητη η πρακτική για τη δημιουργία των σπερμάτων των δομών αυτής της κοινωνίας της μετάβασης από τώρα, έτσι είναι απαραίτητη και μια ανάλογη πρακτική για τη δημιουργία του πλαισίου και των κατευθύνσεων, που θα πάρει η εκπαίδευση από τώρα.

Το ερώτημα για εμάς είναι: τι είναι πραγματικά η ζωή; Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης για το ζήτημα της εκπαίδευσης. «Γιατί από το ερώτημα για τη «ζωή» αποκαλύπτεται αν η ανάγνωση, η γραφή και οι υπολογισμοί είναι οι πιο σημαντικές δεξιότητες για τον άνθρωπο. Ή ίσως μάλλον το πιο σημαντικό είναι η φαντασία, η ενεργητικότητα, το θάρρος, η αυτοπεποίθηση κ.λπ.; Και από αυτό το ερώτημα οδηγούμαστε στο ζήτημα των απαραίτητων συνθηκών και του πλαισίου και των προτεραιοτήτων που θέτουν.

Στο βιβλίο μας «Για την κοινότητα των Κοινοτήτων», με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας, προτείνουμε την κοινοτική οργάνωση της κοινωνίας, που θα στηρίζεται:

•       στην οικονομία των βιοτικών αναγκών με στήριξη στα Κοινά, όσον αφορά στο περιεχόμενο,

•       στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,

•       στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,

•       στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,

•       στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης με βάση τις κοινότητες.

Η εκπαίδευση στα πλαίσια της μετάβασης.

Στα πλαίσια της μετάβασης προς μια τέτοια κοινωνία ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατάργηση του σχολείου σαν «ξέχωρου σώματος», η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και η ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή -σε ισορροπία με τη φύση – και στην παραγωγική διαδικασία, κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών1.

Έτσι η κατεύθυνση πρέπει να είναι το σπάσιμο του στεγανού του σχολείου και η οπτική του «σχολείου χωρίς σχολείο»2, που θα κλιμακώνεται απ’ την κατώτερη προς την ανώτερη βαθμίδα, κάτω απ’ την αρχή : «η κατάλληλη ώρα για να μάθεις κάτι, είναι όταν το χρειαστείς άμεσα».

Βέβαια για να μπορεί κανείς να μάθει κάτι την ώρα που το χρειάζεται πρέπει να υπάρχει δίπλα του και ο κάτοχος της ανάλογης γνώσης εκείνη τη στιγμή.

Αυτός θα είναι ο εκπαιδευτής- επιστήμονας – ειδικός κ.λπ., γενικά ο φορέας της κατάλληλης εξειδικευμένης γνώσης, μαζί με όλη την αντίστοιχη και απαραίτητη υποδομή  (εργαστήριο, ερευνητικό κέντρο κ.λπ.). Μ’ αυτή την έννοια όμως, η σχέση εκπαιδευτού – εκπαιδευόμενων θα είναι σχέση ανταλλαγής εμπειρίας από διαφορετικά επίπεδα και ο καθένας θα κρίνεται απ’ το πρακτικό αποτέλεσμα και την κοινωνική σημασία των προτάσεων και των απόψεών του στην αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων, είτε της παραγωγής, είτε των σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον, είτε των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.

Σ’ έ να τέτοιο σύστημα πραγματικών σχέσεων στην παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική ζωή, ο κοινωνικός έλεγχος απ’ τους πολίτες και τις κοινότητές τους θα είναι δυνατός και έτσι η τάση των ειδικών στο να αναδεικνύονται σε ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία με άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική εξουσία, θα εξασθενίζει συνεχώς.

Αλλά όχι μόνο αυτό. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, θα μπορεί η κοινωνία-οργανωμένη σε κοινότητες και στη βάση του κοινοτικού ομοσπονδισμού- να γίνεται συλλογικός κάτοχος κοινωνικά χρήσιμης γνώσης κι όχι άχρηστης ή επικίνδυνης για αυτήν, πράγμα που συμβαίνει σήμερα σε μεγάλο ποσοστό, με τις εφαρμοζόμενες τεχνολογίες. 

Τα παραπάνω ανταποκρίνονται περισσότερο στην ανώτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης, που όπως γίνεται αντιληπτό θα είναι συνεχής και έξω απ’ ένα θεσμό τύπου Πανεπιστημίου. Όμως για τη νέα γενιά που ακόμα δεν μπορεί να είναι άμεσος παραγωγός, θα ήταν απαραίτητο ένας ξέχωρος εκπαιδευτικός μηχανισμός με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα οργάνωνε φυσικά, εκτός των άλλων, και τη συμμετοχή της νέας γενιάς στην ενεργό κοινωνική και οικονομική ζωή.

 Το σχολείο της μετάβασης.

Κάθε οργανωμένο κύτταρο ζωής (π.χ. κοινότητα καταναλωτών, αστική ή αγροτική κοινότητα, εργοστάσιο, αγροτική φάρμα, κοινότητα ψαράδων, νοσοκομείο, εκδοτικός οργανισμός, στούντιο τηλεόρασης, ψηφιακή κοινότητα «ομότιμης παραγωγής» κ.λπ.), θα είχε το σχολείο του, απ’ όπου η ν.γ.-εκ περιτροπής- θα μπορούσε να περάσει για ένα χρονικό διάστημα. (Υποχρεωτικά ίσως, αλλά όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά). Το σχολείο αυτό θα ήταν οργανωμένο συλλογικά απ ‘ τους μαθητές, τους δασκάλους – καθηγητές και τους εκπροσώπους του εξωτερικού οργανωμένου κοινωνικού κυττάρου και θα λειτουργούσε με αυτοδιαχείριση. Περνώντας λοιπόν η ν.γ. απο μια σειρά τέτοιων σχολείων θα αποχτούσε μία εμπειρία απ ‘ όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και ταυτόχρονα θα τις μελετούσε, θα τις γενίκευε και θα τις ολοκλήρωνε.

Η διδασκαλία δηλαδή δε θα είναι μόνο εμπειρική, θα επεξεργάζονται τις εμπειρίες και η μέθοδος θα είναι της ανάπτυξης κριτικού πνεύματος και κριτικής αντιμετώπισης των πάντων απ’ τα παιδιά. Και δω θα παίζουν ρόλο οι δάσκαλοι -καθηγητές. Επίσης η διδασκαλία δεν θα είναι οργανωμένη στη βάση μαθημάτων, γιατί η ίδια η ζωή θα πρέπει να βιώνεται στο σχολείο και επειδή αυτή είναι μια αδιάσπαστη ολότητα δεν μπορούμε να τη διασπάσουμε σε «μαθήματα».

Οι ομάδες των μαθητών (στο βαθμό που θα υπάρχουν «τάξεις» θα σχηματίζονται στη βάση της ηλικίας) μαζί με το δάσκαλο – καθηγητή, συμμετέχοντας στη δραστηριότητα της επιμέρους οργανωμένης κοινότητας των άμεσων παραγωγών θα διδάσκονται όχι

μόνο απ ‘ το δάσκαλο – καθηγητή, αλλά και απ ‘ τους άμεσους παραγωγούς, τους οποίους ταυτόχρονα θα βοηθάνε. Έτσι σ ‘αυτή τη διαδικασία, ο άμεσος παραγωγός γίνεται και ο ίδιος εκπαιδευτής της ν.γ. Ο δάσκαλος – καθηγητής θα διδάσκει τους μαθητές, θα διδάσκεται απ’ τους άμεσους παραγωγούς και ειδικούς και συμμετέχοντας, θα αισθάνεται και αυτός δημιουργός κι όχι μόνο «μεταδότης» γνώσεων. Οι δε γνώσεις θα κρίνονται για τη σημασία τους στην πράξη.

Οι μαθητές θα διδάσκονται σε κάθε θέμα ακολουθώντας π.χ. 3 φάσεις :

α ) Φάση «ανάλυσης – μύησης» απ ‘ τους δάσκαλους και καθηγητές και τους άμεσους παραγωγούς στον τόπο της παραγωγής(π.χ. αγροκτήματα ή ψηφιακή κοινότητα ομότιμης παραγωγής γνώσης) και της κοινωνικής-πολιτικής ζωής(π.χ. συνέλευση μιας κοινότητας) ή στον τόπο ενός οικοσυστήματος, όπου βιολόγοι μελετούν τους κύκλους της ζωής και της φύσης(π.χ. σε ένα ποτάμι, ένα δάσος, μια λίμνη κ.λπ). Γενικά στο «πεδίο».

β) Φάση «μίμησης – αναπαραγωγής» απ ‘ τους μαθητές στον ίδιο τον τόπο δουλειάς ή του «πεδίου», βοηθούμενοι απ ‘ τους παραπάνω

γ ) Φάση «σύνθεσης – δόμησης – παραγωγικής δημιουργικής εργασίας», απ ‘ τους μαθητές, όχι κατ’ ανάγκην στο «πεδίο», αλλά στα εργαστήρια ή σπουδαστήρια του σχολείου, όπου θα ταξινομούν και θα οργανώνουν τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της δουλειάς και έρευνάς τους με τη βοήθεια των δασκάλων –καθηγητών και σε συλλογική βάση.

Το πρόγραμμα μιας τέτοιας εκπαίδευσης της ν.γ. μπορεί να καθοριστεί κεντρικά για όλα τα σχολεία μόνο όταν αφορά στις κεντρικές κατευθύνσεις. Δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι λεπτομερειακό και αυστηρά καθορισμένο, θα συγκεκριμενοποιείται και θα εμπλουτίζεται για κάθε σχολείο απ’ την κάθε επιμέρους κοινότητα και δήμο, σύμφωνα με τις τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Για αυτό μιλάμε και για τοπικοποίηση της εκπαίδευσης.

Αυτό σημαίνει ότι το κάθε επιμέρους σχολείο θα είναι κάτω από τον έλεγχο της επιμέρους κοινότητας, σε άμεση σχέση βέβαια με τα συμβούλια συντονισμού της πολιτικής της «ομοσπονδίας δήμων και κοινοτήτων» ή όποιας άλλης πολιτικής μορφής πάρει η κοινωνία της μετάβασης.

Το αν θα είναι ουσιαστικά δυνατός αυτός ο έλεγχος, θα εξαρτηθεί πολύ απ ‘ το ποια κατεύθυνση θα πάρει η ανάπτυξη της ίδιας της οικονομίας και της τεχνολογίας, απ ‘ το ποια μορφή οργάνωσης της εργασίας και της ενεργού κοινωνικής ζωής θα επικρατήσει, απ ‘ το ποια μορφή διαχείρισης και πολιτικής εξουσίας θα υλοποιηθεί και στις «μικρές σχέσεις» (επί μέρους κοινότητα) και στις «μεγάλες σχέσεις» (κοινωνία). Η αντιπαράθεση και η επιλογή που θα επικρατήσει σ’ αυτά τα σημεία θα είναι αποφασιστική και για την κατεύθυνση που θα πάρει το σχολείο.

Το πρόβλημα λοιπόν και για την εκπαίδευση στην κοινωνία της μετάβασης είναι και θα παραμένει καθαρά πολιτικό. Θα κριθεί, όπως και οι άλλοι θεσμοί, απ ‘ την πολιτική πάλη που θα διεξάγεται όλη την περίοδο μετάβασης. Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό κοινωνικοποίησης-τοπικοποίησης της οικονομίας της μετάβασης, με το βαθμό εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των πολιτών, καθώς και με το βαθμό ανάπτυξης της αυτοοργάνωσης, της αυτοδιαχείρησης και της αυτοδιακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα.

Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τώρα, μπορεί να τα κάνει ένα κίνημα χειραφετητικής εκπαίδευσης από εκπαιδευτικούς-μαθητές-φοιτητές, που θα συνδεθούν με τα ήδη υπάρχοντα εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με τις ήδη υπάρχουσες χωρικές(και διαδικτύου) αμεσοδημοκρατικές κοινότητες-συλλογικότητες, δρώντα κοινωνικά-οικολογικά δίκτυα, αγροκτήματα και βιότοποι(σχολεία της φύσης)3, συνελεύσεις κ.λπ., ώστε να αποτελούν αυτά ήδη μέρος του «πεδίου» εκπαίδευσης.

Που θα μετατρέπουν σιγά-σιγά το υπάρχον σχολείο σε χώρο άσκησης στην αυτοδιαχείρηση και τον αυτοκαθορισμό με την σχολική κοινότητα( μαθητές,

καθηγητές-δάσκαλοι, γονείς) να αποφασίζει για τα σημαντικά της σχολικής ζωής. Το ίδιο και με την πανεπιστημιακή κοινότητα για την πανεπιστημιακή ζωή και τις σπουδές.

Το πιο σημαντικό:  Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση  της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό ανάπτυξης και διαμόρφωσης του απαιτούμενου για όλα αυτά νέου ανθρωπολογικού τύπου.!

 

1. Άμεσοι παραγωγοί: δεν θεωρούνται μόνο οι εργάτες στο εργοστάσιο ή οι αγρότες στο αγρόκτημα, αλλά και αυτοί που παράγουν σ’ άλλα πεδία της παραγωγής όπως π.χ. της κουλτούρας και τέχνης -λογοτέχνες, ζωγράφοι κ λ π . – ή των μέσων επικοινωνίας-κινηματογραφιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι κ λ π . Οι άμεσοι παραγωγοί θα έχουν μία ειδίκευση, θα είναι δηλαδή φορείς μιας εξειδικευμένης γνώσης για να μπορεί να στηρίζεται ένας κοινωνικά αναγκαίος τεχνικός καταμερισμός της εργασίας. Όμως δε θα είναι υποταγμένοι στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας με την έννοια ότι όλη η πορεία της ζωής τους θα είναι υποταγμένη σε επί μέρους ειδικευμένες λειτουργίες, αλλά θα είναι ολόπλευρα αναπτυγμένοι και ολοκληρωμένοι άνθρωποι-τα «πρόσωπα»-θεμελιωμένα στην ενότητα των συνθηκών ζωής και εργασίας.

2. Στην ταινία “CaRabA – μια ζωή χωρίς σχολείο” , δίνεται μια εικόνα για έναν κόσμο που είναι οργανωμένος χωρίς σχολείο.

3. «Το Σχολείο στη Φύση» στοχεύει στην κατάκτηση της γνώσης μέσα από την ενεργό συμμετοχή του παιδιού και την οικοδόμηση μιας θεμελιακής και βιώσιμης σχέσης με το φυσικό περιβάλλον, διευρύνοντας την κριτική του σκέψη, καλλιεργώντας την δημιουργικότητα, την ενσυναίσθηση, την αυτονόμηση αλλά και την δημιουργική συνεργασία μέσα από τα άπειρα ερεθίσματα που μπορεί να προσφέρει κάθε φυσικό οικοσύστημα.