Πρόσφατα ως νομικός συμπαραστάτης ενός ασυνόδευτου ανήλικου πρόσφυγα υπήρξα μάρτυρας της αποστομωτικής και αποκαλυπτικής για μένα απάντησής του ενώπιον των Αρχών της χώρας. Πλησίαζε λοιπόν το τέλος μιας μακράς και επίπονης συνέντευξης, που αποτελεί και το σημαντικότερο μέρος στη διαδικασία ασύλου, για την αναγνώριση της προσφυγικής του ιδιότητας. Η χειρίστρια της υπόθεσης έπρεπε από τις απαντήσεις του παιδιού να καταλάβει αν λέει την αλήθεια και εν συνεχεία αν υπάγεται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 1(Α) 2 της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες του 1951. Αν δηλαδή είχε «δικαιολογημένο φόβο δίωξης» στη χώρα καταγωγής του λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Περίμενα με αγωνία την ερώτηση και την αντίστοιχη απάντηση του παιδιού, που από μόνη της θα μπορούσε εύκολα να ακυρώσει όλα όσα ο ίδιος κατέθεσε, χωρίς καμιά σωτηρία γι’ αυτόν. Η ερώτηση της χειρίστριας προς το παιδί ήταν σαφής, περιεκτική και αναμενόμενη: «Γιατί η αρχική σου κατάθεση κατά την καταγραφή του αιτήματος ασύλου είναι διαφορετική από αυτήν που τώρα μου διηγήθηκες;» Η απάντησή του παιδιού εξίσου σαφής, περιεκτική αλλά αναπάντεχη: «Γιατί ντρεπόμουν και φοβόμουν».
Το παιδί εξήγησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ότι ένα καθαρό κρεβάτι, ένα καλό φαγητό στην Ελλάδα δεν ήταν από μόνα τους αρκετά για να νιώσει ασφάλεια. Χρειάζονταν άνθρωποι να τον «δουν» και να τον «ακούσουν», ώστε να σπάσει το κέλυφος της παντοδυναμίας που είχε φτιάξει για τον ίδιο εξαιτίας της ντροπής που ένιωθε. Ντροπή για την εξαναγκαστική εργασία στη χώρα του, την έλλειψη εκπαίδευσης, για την πλημμελή του διατροφή, για την κακοποίηση που δεχόταν από το περιβάλλον του όντας μικρό παιδί, για τα κοινωνικά σχόλια που δεχόταν, γι’ αυτά και άλλα εξίσου σοβαρά που του είχαν συμβεί.
Γιατί η ντροπή, αν πηγάζει από την αίσθηση ότι μας κοιτάνε και μάλιστα περιφρονητικά, είτε αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα είτε γιατί το φανταζόμαστε, χρειαζόταν τα μάτια της συναίνεσης και της αποδοχής για να «σπάσει». Χρειαζόταν κάτι βασικό γι’ αυτό το παιδί ώστε οι λόγοι ντροπής να γίνουν λόγοι περηφάνιας και διεκδίκησης. Το «βλέμμα του άλλου», όπως το περιγράφει η Ηeller, άλλαξε από βλέμμα περιφρόνησης σε βλέμμα όχι μόνο αποδοχής αλλά και θαυμασμού για την ανθεκτικότητα και το σθένος του παιδιού αυτού.
Και γιατί ο φόβος ως βασικό συναίσθημα του ανθρώπου, εκτός από δικαιολογημένος, όπως απαιτεί η Σύμβαση της Γενεύης, μπορεί να οφείλεται επίσης και σε έναν πλασματικό κίνδυνο ή απειλή. Και δεν μιλάω για τους λόγους δίωξης, αλλά για τα συναισθήματα του προσώπου αυτού που θα κληθεί να ξεδιπλώσει την ιστορία του ενώπιον των Αρχών της χώρας υποδοχής ώστε να του δοθεί άσυλο. Αν ζει σε ένα γενικότερο περιβάλλον ανασφάλειας, αν αντί της φροντίδας υπάρχουν η καχυποψία και η εχθρική διάθεση, το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που όλοι φανταζόμαστε. Η αποτυχία να πείσει, η απόρριψη γιατί δεν μίλησε με τον τρόπο που θέλουμε να ακούμε.
Εχω υπάρξει μάρτυρας πολλών τέτοιων τραγικών παρεξηγήσεων με ανάλογα αποτελέσματα από την έλλειψη επικοινωνίας, ακόμα και αν οι προθέσεις είναι οι καλύτερες. Από την άλλη, όλοι μας γνωρίζουμε μαρτυρίες που αποτελούν ντροπή:
● Τις εκατοντάδες αναφορές για παράνομες επαναπροωθήσεις στον Εβρο και στη θάλασσα του Αιγαίου, γνωστότερα και ως push backs. Αυτό που για τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 αποτελεί τον σκληρό της πυρήνα, «η αρχή της μη επαναπροώθησης», καταπατείται καθημερινά σε πολλές μεριές της Γης.
● Τις ακραίες καταστάσεις βίας και εξευτελισμού στα νησιά, χώρους «υποδοχής και φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων.
● Τη γενικευμένη διοικητική κράτηση σε συνθήκες απαράδεκτες, στέρηση της ελευθερίας προσώπων χωρίς τα εχέγγυα του Συντάγματος, των ποινικών διαδικασιών και του ίδιου του νόμου σε όλη την Ευρώπη.
Υπάρχει όμως και η άλλη ντροπή. Από το θέαμα της δυστυχίας. Για τη Weil περιφρονούμε και αποστρεφόμαστε τους δυστυχισμένους, αδυνατούμε να τους συμπονέσουμε. Και δυστυχισμένοι κατ’ αυτήν είναι ο φτωχός, ο πρόσφυγας, ο άρρωστος, ο υπότροπος κατάδικος… Αυτοί αποτελούν ντροπή για την κοινωνία και την ανθρωπότητα και το βλέμμα μας, αυτό της απόρριψης, αντανακλάται στα μάτια τους γιατί αισθάνονται ότι βλέπουμε κάτι που οι πρόσφυγες δεν μπορούν να αλλάξουν, το τραύμα τους, τη φτώχεια τους, τη δυστυχία τους. Μια τεράστια μηχανή ανθρωπιστικής βοήθειας φαίνεται να αδιαφορεί για να ξεριζώσει την αιτία όλων αυτών, ανατροφοδοτώντας την ίδια τη μηχανή. Τα «Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας» και τα Κέντρα Κράτησης προσλαμβάνουν ακόμα περισσότερο προσωπικό αντί να κλείσουν.
Και βέβαια ο φόβος. Ο φόβος μας απέναντι στο ξένο, το ανοίκειο. Ο φόβος των προσφύγων απέναντι στην πιθανή απόρριψη του αιτήματός τους. Και που στις περιπτώσεις αυτές γίνεται ένα καθεστώς. Το μόνιμο καθεστώς φόβου όσων δεν έχουν χαρτιά γιατί θα συλληφθούν από την Αστυνομία και θα κρατηθούν σε άθλιες συνθήκες. Και γιατί θα γίνουν ακόμα μεγαλύτερα θύματα εκμετάλλευσης. Αυξάνοντας το χρέος τους προς τους διακινητές, που τους πέρασαν παράνομα από τα σύνορα γιατί δεν υπήρχε νόμιμη οδός εισόδου, σύγχρονοι δούλοι. Παραδομένοι στη δυστυχία, που για τη Weil διαλύει την προσωπικότητα και οδηγεί στην ανωνυμία.
Μιλάμε για πρόσφυγες ανώνυμα, κρίνουμε συλλήβδην μια γείτονα χώρα ως ασφαλή για συγκεκριμένες χώρες χωρίς καμία εξατομίκευση, όπως απαιτεί η Σύμβαση της Γενεύης. Αποφασίζουμε την κράτησή τους χωρίς καμία εξατομικευμένη έρευνα, με τον παράλογο και χωρίς καμία νομική βάση φόβο της απειλής της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.
Και είναι τόσο δυνατός ο φόβος και η ντροπή, που οδηγούν στο να καταπατούμε τη συμφωνία που πριν από 70 χρόνια υπογράψαμε, τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για τους Πρόσφυγες.
Με έχουν πολλές φορές ρωτήσει: «Πόσοι είναι αυτοί που δικαιούνται την προσφυγική ιδιότητα; Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια, πόσοι;» Και πάντα απαντώ: «Οσες και όσοι χωράνε στον ορισμό του πρόσφυγα στο άρθρο 1 (Α) 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, όσες και όσοι το δικαιούνται». Ποτέ δεν φαίνεται να έπεισε αυτή η απάντηση, και η αντίδραση αυτή φαίνεται να στηρίζει τον αφορισμό της Weil ότι το δικαίωμα συνδέεται με το μοίρασμα, την ανταλλαγή, την ποσότητα, την αντιδικία, το δικαστήριο και όχι τη δικαιοσύνη.
Αν λοιπόν η δικαιοσύνη, όπως η Weil έγραφε, σημαίνει επαγρύπνηση να μη γίνει κακό στους ανθρώπους, αν η απάντηση που έδωσε το συγκεκριμένο παιδί στις ελληνικές αρχές γίνει πιστευτή, τότε ίσως και η επέτειος της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες του 1951 να αποκτήσει πραγματικό νόημα.
* Δικηγόρος
