Εχουν μια αύρα ξεχωριστή τα παλιά λιμάνια, αυτά που δεν είδαν στους κόλπους τους εμπορικά οχηματαγωγά και κρουαζιερόπλοια. Είναι τα λιμάνια με τα οχυρά, τους φάρους και τα μικρά καΐκια. Αυτά που σαν κατέβουμε να ανασάνουμε, καταπώς λένε οι ποιητές, βλέπουμε να φωτίζονται το λιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τελείωσαν.
Σε ένα τέτοιο, το παλιό ενετικό λιμάνι των Χανίων, ακριβώς απέναντι από τον φάρο, σε ένα καφενείο που λες πως έχει ξεπηδήσει από μυθιστόρημα συναντώ έναν κύριο που φυσάει και ξεφυσάει λέγοντας «φιου» και σιγομουρμουρίζει «διάλε τσ’ αναγκεμένους σου» και «διάλε τσ’ απομονάρους σου». Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα. Είναι πολύ λεπτός με πυκνά μαύρα μούσια, φοράει άσπρα λινά ρούχα και κοιτάζει το λιμάνι τριγύρω σαν να ψάχνει κάτι. Με κόβει από πάνω μέχρι κάτω με βλέμμα διαπεραστικό. Να σας τρατάρω μια ρακή; με ρωτά.
Δέχομαι κι εκεί μου λέει πως ήρθε το πρωί από τον Χάνδακα, κοντεύει να νυχτώσει και το καΐκι δεν ήρθε να τον πάει πίσω. Εσείς; Από που έρχεστε; Από την Αθήνα, δημοσιογράφος, του απαντώ. Με κοιτά απορημένος σαν να του έλεγα πως ήρθα από τον Αρη. «Εγώ Στείαν εγεννήθηκα, στην Στείαν ενεθράφη, εκεί ’καμα κι εκόπιασα πολλά γραψίματα». Μα ποιος είστε; Μήπως σας έχω διαβάσει. Μπα, απίθανο, λέει, μα να σας πω εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου, μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου, Βιτσέντζος είν’ ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος, που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.
Τον διαβεβαιώνω πως είναι τρανός και δοξασμένος στα πέρατα της Γης. Με κοιτά σαν να είμαι κουζουλή, σαν να μη με πιστεύει. Θέλω να μου πείτε για τον Ερωτόκριτο, μήπως ήσασταν εσείς που χάσατε μια αγάπη; Η Μοίρα και η Τύχη φέρνουν τον έρωτα σε ολωνών της πόρτες, μη ζητάτε άλλα, μου απαντά, διαβάστε αυτό που θα σας πω κι όλα φανερωθούν. Καθώς το δείλι σκεπάζει όλο τον ουρανό, αρχίζει να απαγγέλλει κι η ομορφιά των στίχων του φίμωσε κάθε θόρυβο στο παλιό ενετικό λιμάνι: «Εφανερῶσαν το κ’ οἱ δυὸ πὼς εἶναι ἐκεῖ σωσμένοι, κι ἀπόκει στέκου σὰ βουβοὶ κ’ ἡ γλώσσα τως σωπαίνει.Ἤτρεμ’ ἐκείνη σ’ μιὰ μεριὰ κ’ ἐκεῖνος εἰς τὴν ἄλλη, κι ὁ γεῖς τὸν ἄλλο ἐνίμενε τὴν ἐμιλιὰ νὰ βγάλη˙μιὰν ὥρα ἐστέκα ἀμίλητοι καὶ τὰ πολλὰ ὁποὺ χώνα, εχάσαν τα, σοῦ φαίνεται, τὴν ὥρα ποὺ ἐσιμῶνα. Δεν εἶχαν τὴν ἀποκοτιὰ στὰ θέλου νὰ μιλήσου, δεν ξεύρουν ἀπὸ ποιὰ μεριὰ τὰ πάθη τως ν’ ἀρχίσου».
Με χαιρέτησε, υποκλίθηκε και μπήκε στο καΐκι που του σφύριξε.
