Την προηγούμενη εβδομάδα δύο ειδήσεις έκαναν πολλούς να σκεφτούν την παροιμία «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Στην πρώτη το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου και Καταναλωτικών Αγαθών προειδοποιούσε για τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα. Στη δεύτερη ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ ανακοίνωνε ότι οι τιμές των τροφίμων παγκοσμίως κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση της δεκαετίας από το 2011.
Κάποιοι υποδύθηκαν τους έκπληκτους. Κάποιοι άλλοι προσπάθησαν να δώσουν ερμηνείες που σχετίζονται με τις υπερφυσικές «δυνάμεις της αγοράς»: εφοδιαστικές αλυσίδες που υπέστησαν σοκ λόγω Covid-19, εποχιακοί εργάτες γης που δεν μπόρεσαν να πάνε στα χωράφια να δουλέψουν, ναύλα, δυσχέρειες στην αποστολή γεωργικών εφοδίων και άλλα ανάλογα επιχειρήματα που παραπέμπουν στα λόγια του ποιητή «όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος».
Η αλήθεια είναι ότι στους δεκαοκτώ μήνες της πανδημίας αρκετοί προφήτευαν την κρίση στην αγορά τροφίμων. Για παράδειγμα ο Ντέιβιντ Μπίσλεϊ, εκτελεστικός διευθυντής στο World Food Programme, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από έναν χρόνο, προειδοποιούσε για την επερχόμενη επισιτιστική ανασφάλεια και για την έξαρση της πείνας. Ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς, καθηγητής στο London School of Economics, τον Φεβρουάριο 2020 έγραφε για την πρόληψη της κοινωνικής κατάρρευσης και προέτρεπε τις προηγμένες κοινωνίες να μην επιτρέψουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές να τις τυφλώσουν. Τα Ηνωμένα Εθνη προειδοποίησαν πρόσφατα ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει τη χειρότερη επισιτιστική κρίση των τελευταίων 50 χρόνων.
Παρ’ όλα αυτά, οι φωνές αυτές είτε αγνοήθηκαν από τις πολιτικές ηγεσίες είτε χάθηκαν μέσα στον ορυμαγδό των ειδήσεων που κατασκεύασαν οι πολιτικοί ώστε να εμφανιστούν ως κοινωνικά ευαίσθητοι. Σήμερα που ο λογαριασμός της πανδημίας χτυπιέται στην ταμειακή, προσπαθούν σαν τους τζαμπατζήδες να ιχνογραφήσουν την εικόνα τους χρησιμοποιώντας τα χρώματα της συμπόνιας, της κατανόησης και της αλληλεγγύης ώστε να αποφύγουν το πολιτικό κόστος των αποφάσεών τους.
Αψευδής μάρτυρας είναι η ασαφής και νεφελώδης ανακοίνωση των G7 για την επιβολή φόρου στις πολυεθνικές με συντελεστή 15% σε κάθε χώρα στην οποία δραστηριοποιούνται. Μια επικοινωνιακά αξιοποιήσιμη διατύπωση προθέσεων που κατά πάσα βεβαιότητα θα έχει την ίδια τύχη με την «κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών» η οποία μετά από τέσσερα χρόνια εξακολουθεί να είναι μετέωρη.
Οσο υποκριτική είναι η δήλωση για τη φορολογία των πολυεθνικών άλλο τόσο κάλπικο είναι το ενδιαφέρον για την έκρηξη στις τιμές των τροφίμων που έρχεται. Οι ηγέτες γνώριζαν ότι οι πολυεθνικές που ελέγχουν την αγορά τροφίμων θα αξιοποιούσαν την πανδημία για να έχουν περισσότερα κέρδη.
Η ιστορία άλλωστε διδάσκει ότι σε κάθε μεγάλη κρίση προκαλούν έκρηξη των τιμών ώστε να διανείμουν υψηλότερα μερίσματα στους μετόχους και να εξασφαλίσουν ακόμη μεγαλύτερες αμοιβές για τους μάνατζερ. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 έβαλε φωτιά στις τιμές των τροφίμων. Η κρίση των τοξικών δανείων του 2008 πυροδότησε εκρηκτικές ανατιμήσεις στα τρόφιμα και σε πολλές φτωχές χώρες η πείνα έβγαλε τους ανθρώπους στον δρόμο. Το ίδιο θα συμβεί και τώρα.
Οι δέκα μεγαλύτερες πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία τροφών, σύμφωνα με την Οxfam, αποτελούν το 10% της παγκόσμιας οικονομίας και τα καθημερινά έσοδά τους ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια. Οι πολυεθνικοί κολοσσοί ουδόλως ενδιαφέρονται για τις επιπτώσεις που έχουν οι επιλογές τους στην καθημερινότητα των παραγωγών από τους οποίους προμηθεύονται τις πρώτες ύλες και των καταναλωτών που πληρώνουν για να αγοράσουν τα προϊόντα τους. Αψευδής μάρτυρας για τον τρόπο που δρουν είναι οι αγορές του καφέ, του κακάο και της μπανάνας.
Ο ICO (Διεθνής Οργανισμός Καφέ) εκτιμά τον ετήσιο τζίρο του καφέ παγκοσμίως σε περίπου 200 δισ. δολάρια. Αλλά μόνο το ένα δέκατο από αυτά φτάνει στις χώρες όπου καλλιεργείται ο καφές – στη Νότια και Κεντρική Αμερική, την Ασία και την Αφρική (στους αυτόνομους συνεταιρισμούς παραγωγών καφέ που διακινούν τα προϊόντα τους μέσω των δικτύων δίκαιου και αλληλέγγυου εμπορίου το αντίστοιχο ποσοστό είναι 25%-28%).
Ιδια κατάσταση επικρατεί και στην αγορά του κακάο. Οι τρεις παγκόσμιοι βιομηχανικοί όμιλοι σοκολάτας, που απορροφούν το 65% της παγκόσμιας παραγωγής κακάο, συμπιέζουν τις τιμές των παραγωγών σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε οι περισσότεροι από αυτούς να ζούνε σε συνθήκες φτώχειας και ακραίας ανέχειας.
Μια χούφτα πολυεθνικών ελέγχει, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, περίπου το 70%-80% της παγκόσμιας αγοράς μπανάνας. Αυτές μαζί με τις πολυεθνικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ δεν διστάζουν να εξαθλιώσουν τους παραγωγούς για να κερδίσουν ακόμα περισσότερα. Σε έρευνα που είχε κάνει το 2014 η Oxfam αποκάλυψε ότι οι ισχυροί γερμανικοί όμιλοι σούπερ μάρκετ εκμεταλλεύονται την κυρίαρχη θέση τους στην αγορά της Λατινικής Αμερικής για να ρίξουν τις τιμές παραγωγού. Στον Ισημερινό, ανέφερε, οι γερμανικοί όμιλοι παραβίασαν με χρήση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών ακόμη και τη νομοθετικά κατοχυρωμένη κατώτατη τιμή της μπανάνας.
Πολυεθνικές όμως ελέγχουν και ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής τροφίμων. Οι μεγάλες εταιρείες τροφίμων, για περισσότερα από 100 χρόνια, κατέχουν λατιφούντια σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο, με τις αξίες αγοράς και τα μεροκάματα που πληρώνουν να είναι μηδαμινά σε σχέση με τα κέρδη που τους αποδίδουν.
Αν οι πολιτικές ηγεσίες ενδιαφέρονταν πραγματικά να αποτρέψουν την έκρηξη των τιμών, θα έπρεπε εδώ και καιρό να έχουν εγκαταλείψει το επιχείρημα της «αόρατης χειρός της αγοράς» και τις προφάσεις. Γνωρίζουν και το «χέρι» και την «αγορά» και αυτούς που τα κινούν.
Αυτοί που φουσκώνουν τις τιμές έχουν όνομα, διεύθυνση, δημοσιεύουν ισολογισμούς, διανέμουν μερίσματα, χρηματοδοτούν πολιτικούς, ακόμα και δικτατορίες προκάλεσαν, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους. Αν κόπτονται για την «έκρηξη των τιμών», ξέρουν και σε ποιους να απευθυνθούν και με ποιον τρόπο να την αποτρέψουν. Δεν το έκαναν και δεν πρόκειται να το κάνουν επειδή η αλήθεια τους είναι ότι «οι απλοί άνθρωποι χειραγωγούνται, ενώ οι πολυεθνικές χειραγωγούν».
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
