Από χθες θέατρο και συναυλίες είπαν «φτου ξελευτερία». Ολοι μαζί, καλλιτέχνες και κοινό, μπορούμε να ξαναβρούμε τη χαμένη τόσους μήνες επαφή μας και συνύπαρξη, να αφήσουμε τον κορονοϊό λίγο στο πλάι, να θυμηθούμε μια κανονικότητα, κάποτε αυτονόητη. Οσο μουδιασμένα και επιφυλακτικά κι αν είναι τα πρώτα μας βήματα, εμάς των θεατών, που είχαμε χωθεί σε ένα λάπτοπ. Οσο πολύπλοκα κι αν είναι ακόμη τα πράγματα για τους καλλιτέχνες πάνω στη σκηνή. Τα μέτρα, τα πρωτόκολλα θα μας ακολουθούν όλους καιρό.
Επιστροφή με ανυπομονησία, χαρά, αλλά και κάποια ανησυχία
Σημασία έχει πως ο Ιούνιος μπαίνει φορτωμένος παραστάσεις και συναυλίες. Ο καλλιτεχνικός κόσμος δούλεψε εντατικά τους μήνες του χειμώνα, σχεδίασε, ονειρεύτηκε, προετοιμάστηκε. Μόνος του ο καθένας ή κάτω από την ομπρέλα καλών διοργανώσεων, κρατικών και μη. Η Αθήνα, η Ελλάδα όλη, ξυπνάει, τεντώνεται και προγραμματίζει βραδιές κάτω από τα άστρα. Με συναυλίες, θέατρο, χορό, σινεμά (αυτό το τυχερό, ελευθερώθηκε λίγες μέρες νωρίτερα, ο κόσμος που τρέχει στα θερινά είναι, πάντως, ένα πολύ καλό σημάδι).
Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από το τόσο πλούσιο πρόγραμμα του Ιουνίου; Ηρώδειο, Επίδαυρος, Πειραιώς 260, Μέγαρο… Μη μας πιάσει άγχος. Εχουμε μακρύ δρόμο μπροστά μας, τέσσερις και περισσότερους μήνες. Κι ας ελπίσουμε ότι και ο χειμώνας το ίδιο «ανοικτός» θα είναι για την τέχνη.
«Μας έχει λείψει η επαφή με το ζωντανό κοινό»
Με δύο πολυαναμενόμενες παραγωγές στην Επίδαυρο, τους «Ιππείς» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και τις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, έχει δύο αντικρουόμενα συναισθήματα: ανυπομονησία, αλλά και ανησυχία.
«Φυσικά η ανυπομονησία μας είναι μεγάλη να βρεθούμε πάλι ενώπιον των θεατών μας. Μας έχει λείψει η επαφή με το ζωντανό κοινό, η ενέργεια με την οποία τροφοδοτεί τη σκηνή, η κριτική ματιά του πάνω στη δουλειά μας, το χειροκρότημα ως επιβεβαίωση για τους κόπους μηνών» λέει. «Είναι παράξενη, πρωτόγνωρη η αίσθηση του να επιστρέφουμε σε κάτι που θεωρούσαμε αυτονόητο και στερηθήκαμε απότομα και για τόσο καιρό, έστω και αν ήταν επιβεβλημένο για την προστασία όλων μας».
Δεν κρύβει, όμως, πως «εκτός από ανυπομονησία, υπάρχει και αρκετή ανησυχία». Και εξηγεί: «Πρώτα απ’ όλα για την ευρωστία των ομάδων μας, θέλουμε να μείνουμε όλοι υγιείς και δυνατοί, αλλά και για το τι θα συμβεί εάν έχουμε κάποιο κρούσμα όσο τρέχουν οι παραστάσεις μας. Δεδομένου ότι ουσιαστικά τα καλοκαίρια παίζουμε με σποραδικές εμφανίσεις και όχι σε ρεπερτόριο, ο επαναπρογραμματισμός είναι πολύ δύσκολος ή και αδύνατος!».
Θεωρούμε ότι το Εθνικό, ως κρατική σκηνή, έχει λυμένο σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό του πρόβλημα, ακόμα και εν μέσω πανδημίας. Μήπως, όμως, δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα; «Το φετινό, όπως και το περσινό καλοκαίρι, οι συνθήκες επιβάλλουν ουσιαστικά να δουλεύουμε για την επιβίωση της τέχνης μας, αφού τα έσοδα από τις παραστάσεις υστερούν πια κατά πολύ των δαπανών για την υλοποίηση των παραγωγών, με τις πληρότητες που προβλέπονται και τα έξοδα που προκύπτουν από την τήρηση των υγειονομικών μέτρων», επισημαίνει η Ερι Κύργια.
Και ευθυγραμμίζεται με το αίτημα όλου του θεατρικού κόσμου: «Θα ήταν ευχής έργον, εάν –και με την πρόοδο των εμβολιασμών– αυξηθούν οι πληρότητες και φτάσουν έστω αυτές των θερινών κινηματογράφων», λέει. «Είμαι βέβαιη ότι η πολιτεία αφουγκράζεται τους προβληματισμούς της θεατρικής και της εν γένει καλλιτεχνικής οικογένειας και θα λειτουργήσει υποστηρικτικά και διορθωτικά. Είμαι όμως ακόμη πιο βέβαιη ότι την καθοριστική στήριξη -τη ζωογόνο δύναμη για τον καλλιτέχνη, ειδικά σε αυτήν την “επανεκκίνηση”- θα τη δώσουν οι θεατές, οι διαχρονικοί συμπαραστάτες και αποδέκτες του έργου μας που βίωσαν την έλλειψη το ίδιο έντονα με εμάς».
«Απολυμάνσεις, αποστάσεις, μάσκες, τεστ… μια κανονικότητα»
Μας φέρνει φρέσκο αέρα, κλίμα και σφυγμό από πρόβες και ομάδες που βρίσκονται δυο βήματα πριν από μια πρεμιέρα. Με δική του παράσταση ανοίγει την 1η Ιουνίου η «Πειραιώς 260», ο χώρος που ήταν, και μακάρι να ξαναγίνει, η καρδιά του Φεστιβάλ Αθηνών. Ο Πρόδρομος Τσινικόρης σκηνοθετεί, αλλά και παίζει στο «(Somewhere) beyond the cherry trees», μια διασκευή του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ. «Είναι τόσο ωραίο που ξαναδημιουργούνται αυτές οι μικρές κοινότητες ανθρώπων για να κάνουν αυτό που ξέρουν και αγαπάνε: να αφηγούνται μαζί ιστορίες», λέει. «Από την άλλη, οι υγειονομικές συνθήκες μάς υπενθυμίζουν συνέχεια ότι τίποτα δεν είναι όπως παλιά, ότι βρισκόμαστε σε συνθήκες έκτακτες. Να φανταστείτε ότι χθες, μια εβδομάδα πριν από την πρεμιέρα, παρόλο που είχαμε κάνει όλοι τεστ και ήμασταν αρνητικοί, είπαμε “ας συνεχίσουμε την πρόβα με μάσκες”. Θα τις βγάλουμε όταν θα κάνουμε και το τελευταίο τεστ, πριν μπούμε στην Πειραιώς».
Μόνο εύκολο δεν είναι αυτό που ζουν οι ηθοποιοί. Απολυμάνσεις, αποστάσεις, μάσκες, τεστ. «Από ένα σημείο και μετά όλο αυτό γίνεται μια κανονικότητα», απαλύνει την αίσθησή μας ο Πρόδρομος Τσινικόρης. «Ακόμα και η τρελή αγωνία, το να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα κάθε Τρίτη που γίνονται τα τεστ σε όλες τις παραγωγές του Φεστιβάλ. Γιατί έχουμε μια ευθύνη απέναντι στην παράσταση, στους συνεργάτες μας και πρέπει όλα να γίνονται άψογα». Αλλωστε, ο στόχος είναι υπέρτερος. «Χαιρόμαστε τόσο που θα παίξουμε με κόσμο. Ετοιμάζαμε την παράσταση και μέχρι να βγουν οι ανακοινώσεις, μέσα Μαΐου, ήμασταν ψιλοσίγουροι ότι πάμε για… live streaming – όχι φυσικά ότι η σκηνοθεσία πήγαινε προς αυτή την κατεύθυνση. Ετσι, τώρα, ακόμα και οι περίπου 80 θεατές που θα έχουμε στην Πειραιώς, αυτό το 50% των θέσεων, μας φαίνεται σαν όνειρο».
Τρεις μέρες (1 με 3 Ιουνίου) στην Πειραιώς και μετά τι; «Σκέφτομαι 4 Ιουνίου να βγω βόλτα στην πόλη, με 50 ευρώ στην τσέπη, να περάσω από δέκα μαγαζιά. Δεν έχω δει άνθρωπο εκτός πρόβας τους τελευταίους δύο μήνες!».
