Οι εικόνες δεν ισοδυναμούν με «χίλιες λέξεις». Σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από εικόνες, όπου καθεμιά συνδέεται αξεδιάλυτα με μυριάδες άλλες σχηματίζοντας πολυδαίδαλους τρισδιάστατους ιστούς, μια εικονολατρική εμμονή ερμηνείας του κόσμου μέσω των εικόνων του είναι ανεπαρκής. Ο κόσμος αυτός υπό πολλές μεταμοντέρνες θεωρήσεις είναι ο ίδιος μια εικόνα που αυτοαναπαράγεται. Τοτεμικά αλλά και μαζοχιστικά λατρεύει τον εαυτό του. Επιλέγει να αυτοσυνειδητοποιείται ως μια μεγάλη εικόνα που αρκεί –τάχα– να τη δεις για να την (τον) καταλάβεις.
Οχι. Η εικόνα απαιτεί λέξεις, λόγο, κείμενο. Η συσχέτιση κάθε έργου τέχνης με τα προγενέστερα, τα σύγχρονα και τα επόμενα είναι επιβεβλημένη. Κάθε έργο νοηματοδοτείται και επανανοηματοδοτεί τα άλλα μόνο ενταγμένο σε μια αλυσίδα χωρίς αρχή και τέλος. Αναζητώντας τους συνδετικούς κρίκους και τους αρμούς πάνω σε μια άπειρη επιφάνεια από εικόνες.
Από εκεί αντλεί τη «νομιμοποίησή» του και ο τίτλος της στήλης. Ο τίτλος αυτός δεν εντάσσεται στο κυρίαρχο αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο «μια εικόνα είναι τόσο δυνατή ώστε με την αυτονομία της μπορεί να υποκαταστήσει χίλιες λέξεις». Αντιθέτως, υπαινίσσεται διά του περιεχομένου της στήλης ότι κάθε εικόνα απαιτεί σχολιασμό, περιγραφή, πλαισίωση.
Το κοίταγμα εικόνων είναι αλυσιτελές. Αυτό πρεσβεύει η ύπαρξη αυτών των λίγων λέξεων κάθε βδομάδα στο τέλος του Καρέ Καρέ: την ανάγκη να μιλάμε για τις εικόνες, να γράφουμε γι’ αυτές. Να μην τις τοποθετούμε στη σφαίρα μιας, υποτίθεται ουδέτερης, όρασης. Να τις ιδιοποιούμαστε για να τις κατανοήσουμε και να συνδιαμορφώσουμε το νόημά τους. Και να κάνουμε ελεύθερους συνειρμούς.
Τέτοιους συνειρμούς προκαλεί η τραγελαφική εικόνα του πρωθυπουργού με επιτηδευμένα ξεκούμπωτο πουκάμισο να εμβολιάζεται για να θαυμάσουμε το δασύτριχο στέρνο του. Και μιλά από μόνη της. Ο γελοιογράφος δεν μπορεί να αφήσει τέτοιες ευκαιρίες. Αιχμαλωτίζει τη σκηνή, την προσαρμόζει σε νέα συμφραζόμενα και μετατρέπει τον πρωθυπουργό «μας» σε απομονωμένο ναρκισσιστικό τζάνκι, σε «Θνήσκοντα Γαλάτη». Προς το παρόν κοιτάμε τις εικόνες του πρωθυπουργού – καρικατούρα και γελάμε. Δεν αρκεί.


