Μια μέρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν ο συμμαθητής μου Στρατής γύρισε από το απογευματινό παιχνίδι σπίτι του τον κατσάδιασε η μάνα του, έφαγε και μερικές ψιλές. Δικαιολογημένα παραπονέθηκε, γιατί δεν είχε κάνει κάτι επιλήψιμο. «Πήγες στα προσφυγικά», του είπε η μάνα του. Ναι, υπήρχαν ακόμα στα χωριά γειτονιές που είχαν το τοπωνύμιο «προσφυγικά». Ηταν οι γειτονιές όπου κατοίκησαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, στεγάστηκαν στα σπίτια των Τούρκων που έφυγαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ετσι νοερά μέσα στα χωριά υπήρχε το τείχος που χώριζε σε δύο μέρη το χωριό κι ήταν το απαγορευμένο μέρος για τα παιδιά, ίσως και για κάποιους από τους μεγάλους.
Ας πάμε ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Μπαίνοντας στη Μυτιλήνη, από το βορειοανατολικό μέρος του νησιού, υπήρχε φράχτης στον δρόμο, με συρματοπλέγματα και φρουρούς Γερμανούς στρατιώτες. Ηταν στη θέση Καρά Τεπές ή με το ευπρεπέστερο όνομα Μαυροβούνι. Ναι, εκεί που σήμερα απλώνεται ο προσωρινός καταυλισμός των προσφύγων-μεταναστών, των άλλων ανθρώπων που έρχονται στο νησί, «που όταν κατοικήθηκε ονομάστηκε Λέσβος», κατά τον Ελύτη.
Εκεί γινόταν έλεγχος ταυτοτήτων κάθε εισερχόμενου και εξερχόμενου στην πόλη, των προϊόντων ή άλλων αγαθών που κουβαλούσε. Από κει κατέβαζαν οι μπαξεβάνηδες της Μόριας τα μπαξεβανικά τους στα μαγαζιά και στα σπίτια, γιατί ήταν το χωριό που τροφοδοτούσε την πόλη. Μετά την απελευθέρωση εκεί εγκαταστάθηκαν ΕΛΑΣίτες αντάρτες για να ελέγχουν, πάλι, την είσοδο και την έξοδο της πόλης. Διασώζονται φωτογραφίες με οπλισμένους άνδρες και πυροβόλα που ελέγχουν και προστατεύουν.
Πάνω-κάτω τα ίδια σημάδια καθόριζαν το σύνορο μιας πόλης, ενός χωριού ή μιας χώρας. Αν πάμε ένα χιλιόμετρο πιο δω θα συναντήσουμε το κάστρο της Μυτιλήνης με τα τείχη του, τα οποία επεκτείνονταν κατά περιόδους· ξεκίνησαν από την αρχαιότητα, έγιναν βυζαντινά και γατελούζικα, κατόπιν οθωμανικά και τέλος ελληνικά. Σε όλες τις περιόδους της Ιστορίας έναν σκοπό είχαν: να προστατέψουν τους αφέντες και κατοίκους της πόλης από τους άλλους, τους απέξω. Μόλις η πόλη καταλαμβανόταν από έναν στρατό άλλαζαν οι φρουρές-ελεγκτές των τειχών, μέχρι που έγιναν ιστορικά στοιχεία. Εκεί φωτογραφήθηκαν Ελληνες στρατιώτες, μετά την απελευθέρωση το 1912, να «ελέγχουν χανούμισσες κατά την είσοδο στο κάστρο», όπως γλαφυρά γράφει η σωζόμενη φωτογραφία.
Τι περιμένουν τα τείχη σ’ όλο τον κόσμο για να γίνουν Ιστορία; Τον χρόνο. Μόνο που μερικές φορές αυτός αργεί. Ετσι έγινε με το Σινικό Τείχος, αυτό του Βερολίνου. Τώρα ορθώνονται τείχη στο Μεξικό, στην Κορέα, στη Γάζα. Να μην ξεχνάμε και τα δικά μας· στον Εβρο, αλλά και στη Λευκωσία. Οι άνθρωποι περιμένουν τον χρόνο και τη ζωή.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
