Στις 11-13/6 συνέρχεται στην Κορνουάλη η σύνοδος κορυφής της Ομάδας των G-7, ακολουθεί η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις 14/6 στις Βρυξέλλες και ο κύκλος κλείνει στις 16/6 στη Γενεύη με τη συνάντηση κορυφής Μπάιντεν – Πούτιν.
Οι δύο πρώτες σύνοδοι είχαν καθοριστεί στις αρχές του χρόνου ως βαρύνουσας σημασίας λόγω της συμμετοχής του νεοεκλεγέντος Μπάιντεν ως αφετηρία επιθετικής ανασύνταξης της Δύσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, με στόχο την ταυτόχρονη διπλή ανάσχεση της ισχύος της Κίνας και της Ρωσίας.
Ζητούμενο από τη σύνοδο κορυφής των G-7 ήταν η προσχώρηση της Νότιας Κορέας, της Αυστραλίας και της Ινδίας για να συναποτελέσουν την Ομάδα D-10, τη δεκάδα δηλαδή των Δημοκρατιών που εξισορροπούν το αυταρχικό δίδυμο Μόσχα-Πεκίνο.
Με παρόμοιο εναρκτήριο λάκτισμα η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ όφειλε να συμβολίζει την αποκατάσταση της διατλαντικής σχέσης, με τις χώρες-μέλη να περιχαρακώνονται απέναντι σε μια ρεβανσιστική Ρωσία η οποία με σιδηρά πυγμή διαμηνύει ότι έχει τον αποφασιστικό λόγο για τον διεθνή προσανατολισμό των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών.
Τα παραπάνω ως χορογραφία της ολικής επαναφοράς των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή τέθηκαν σε αμφισβήτηση εκ των πραγμάτων, όταν στην κορύφωση της πρόσφατης κρίσης στην Ουκρανία ο Μπάιντεν πρότεινε και διεκδίκησε με επιμονή μια συνάντηση κορυφής με τον Πούτιν και προέβη σε μια χειρονομία καλής θέλησης αίροντας τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη γερμανική πλευρά για τη συμμετοχή της στην ολοκλήρωση της κατασκευής του αγωγού North Stream-2.
Και βέβαια ο Μπάιντεν προσπέρασε την αεροπειρατεία Λουκασένκο για να μη διακινδυνεύσει ματαίωση του ραντεβού της Γενεύης.
Χρειάστηκαν σκληρές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και στο Κρεμλίνο ώστε στην πρόσφατη συνάντηση των ΥΠΕΞ των δύο χωρών να ανάψει η ρωσική πλευρά πράσινο φως για την πραγματοποίηση της συνάντησης.
Είναι αυτονόητο ότι με δεδομένη τη συνάντηση κορυφής στη Γενεύη θα πρέπει τα κείμενα των ανακοινωθέντων και συμπερασμάτων των συνόδων κορυφής των G-7 και του ΝΑΤΟ να μην οριοθετούν, έστω και σε επικοινωνιακό επίπεδο, τη δυνατότητα των Μπάιντεν και Πούτιν να εγκαινιάσουν μια διαβούλευση με στόχο τη σταθεροποίηση και την αυξημένη προβλεψιμότητα στις διμερείς σχέσεις.
Στην αρχή η συνάντηση κορυφής Πούτιν – Μπάιντεν πρόβαλλε σαν δίχτυ ασφαλείας για την αποτροπή ανεξέλεγκτης επιδείνωσης των διμερών σχέσεων με τις προσδοκίες να οριοθετούνται σε κοινές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της πανδημίας καθώς και για τη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.
Στη συνέχεια είναι πολύ πιθανόν η επιθετική στρατηγική της ταυτόχρονης διπλής ανάσχεσης της Ρωσίας και της Κίνας από τις ΗΠΑ και τη Δύση να πρόβαλλε ως επικίνδυνη επιλογή.
Ενα ριμέικ της απόλυτης διπολικής αντιπαράθεσης της περιόδου 1947-91 σε ένα παγκόσμιο τοπίο, το οποίο πολλοί αναλυτές αποκαλούν μετα-αμερικανικό κόσμο, φωτίζεται ήδη ως χαμένη εκ των προτέρων μάχη οπισθοφυλακής, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοεκπληρούμενης προφητείας η οποία επιταχύνει τη δυσμενή εξέλιξη την οποία υποτίθεται ότι στοχεύει να ακυρώσει.
Επιπλέον ένας ψυχροπολεμικός διμέτωπος θα ήταν δυσβάστακτος από μια βαθιά διχασμένη χώρα, με την πρόσφατη προεκλογική και μετεκλογική αντιπαράθεση να δίνει το στίγμα σκληρής μετωπικής εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης.
