Την κατάρτιση του πρώτου κλιματικού νόμου-πλαίσιο εντός των επόμενων μηνών προανήγγειλε χθες από τη Βουλή ο πρωθυπουργός, περιγράφοντας τη στρατηγική μετάβασης σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. «Δώδεκα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν ήδη έναν τέτοιο νόμο και πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αποκτήσει και η Ελλάδα τον πρώτο της κλιματικό νόμο εντός των επόμενων μηνών, μέσα από μια ευρεία, ανοιχτή διαβούλευση που θα συμπεριλαμβάνει τα κόμματα, την κοινωνία των πολιτών, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην κοινή συνεδρίαση τεσσάρων επιτροπών της Βουλής για το ζήτημα, παρουσία των πολιτικών αρχηγών, ύστερα από πρωτοβουλία της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής.
Από τη συζήτηση απουσίαζαν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, ο γραμματέας του ΜέΡΑ25 Γιάνης Βαρουφάκης και ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης Κυριάκος Βελόπουλος. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε τη σημασία ενός κλιματικού νόμου που θα βάζει στόχους για τα επόμενα 30 χρόνια, ώστε με παρεμβάσεις σε πολλά διαφορετικά επίπεδα να καταλήξουμε στον στόχο των μηδενικών εκπομπών μέχρι το 2050. Πάντως, «δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις», σημείωσε μεταξύ άλλων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον αντίστοιχο γερμανικό νόμο που προβλέπει την υποβολή ετήσιας έκθεσης κλιματικής προόδου στη Βουλή μαζί με τον προϋπολογισμό, ενώ χαρακτήρισε ενδιαφέρουσα και την πρόταση που έχει καταθέσει η WWF.
«Τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής έχουν έντονο το αίσθημα της διαγενεακής αλληλεγγύης. Οφείλουμε να καταστήσουμε την κοινωνία σύμμαχο», τόνισε μεταξύ άλλων, προσθέτοντας ότι το νέο αναπτυξιακό μοντέλο θα έχει σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Αναφερόμενος σε ειδικότερα ζητήματα, ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για το «γρήγορο και τολμηρό» πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης, στο οποίο η μετάβαση θα γίνει «με ήπιο τρόπο», ενώ πήρε αποστάσεις από εγκαταστάσεις αιολικών πάρκων που δημιουργούν «μεγάλη παρέμβαση στο περιβάλλον», ειδικά σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Παράλληλα, κάλεσε την αντιπολίτευση να κάνει συγκεκριμένες προτάσεις και όχι γενική κριτική, επιμένοντας ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει έντονο ιδεολογικό χρώμα.
Από την πλευρά της η Φώφη Γεννηματά (ΚΙΝ.ΑΛΛ.) υπογράμμισε την ανάγκη διακομματικής συναίνεσης εν όψει του νέου κλιματικού νόμου, υπενθυμίζοντας τις σχετικές πρωτοβουλίες που είχαν πάρει οι παλαιότερες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. «Μπροστά μας ανοίγονται δύο δρόμοι. Είτε θα σφυρηλατήσουμε μαζί με τους πολίτες ένα νέο πράσινο κοινωνικό συμβόλαιο είτε το περίφημο «Green Deal» θα δώσει τη θέση του σε άλλο ένα, απαρχαιωμένο οικονομικό deal, πελατειασμού και συντήρησης», τόνισε μεταξύ άλλων, προειδοποιώντας ότι αν δεν προετοιμαστούμε σωστά για την κλιματική αλλαγή, οι συνέπειες θα είναι χειρότερες από αυτές της πανδημίας.
Μεταξύ άλλων πρότεινε ενίσχυση των ΑΠΕ ώστε να καλύπτουν το 65% της ζήτησης ώς το 2030, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων με φορολογικά κίνητρα, μεταρρυθμίσεις στις μεταφορές, την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία, τον τουρισμό και τη διαχείριση απορριμμάτων. Στον αντίποδα, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι θέλει να κρύψει τον πραγματικό στόχο που είναι η «διαμόρφωση όρων ικανοποιητικής κερδοφορίας για νέες επενδύσεις στον τομέα της «πράσινης ενέργειας» και άλλους κλάδους της οικονομίας».
Οπως είπε ο Δημήτρης Κουτσούμπας, «στους μεγάλους ομίλους της λεγόμενης «πράσινης» και «ψηφιακής» ανάπτυξης θα κατευθυνθούν και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε., όμως για κάθε εκταμίευση από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα πρέπει να νομοθετούνται αντεργατικά μέτρα, όπως το νομοθετικό τερατούργημά σας, ώστε να διασφαλιστούν τα κέρδη των νέων επενδύσεων», πρόσθεσε.
Χαρακτήρισε απαράδεκτες τις προτάσεις για «πράσινο νόμο», λέγοντας ότι οδηγούν σε ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα και νέες επιβαρύνσεις της λαϊκής οικογένειας για την υποχρεωτική αλλαγή εξοπλισμού σε πολλούς τομείς της καθημερινής ζωής. Εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, ο τομεάρχης Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος επέκρινε την κυβέρνηση για έλλειψη προτάσεων, ατολμία και απουσία πολιτικής βούλησης.
«Το μεγάλο στοίχημα είναι η πράσινη μετάβαση να επιτευχθεί με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης για να μη μείνει κανείς πίσω», επισήμανε, εξαίροντας την πρωτοβουλία του ΚΙΝ.ΑΛΛ., αλλά και τις αντίστοιχες του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν. Κατηγόρησε πάντως την κυβέρνηση ότι με την απολιγνιτοποίηση «άφησε στην τύχη τους» τις λιγνιτικές περιοχές με 2.500 ανέργους. Την αντίθεση του ΜέΡΑ25 στις εξορύξεις υδρογονανθράκων, σε επενδύσεις όπως το Ελληνικό και οι Σκουριές και σε αιολικά πάρκα εντός προστατευόμενων περιοχών εξέφρασε ο Κρίτων Αρσένης.
