ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ερευνα της Deutsche Bank η οποία είδε το φως της δημοσιότητας την περασμένη Δευτέρα αποκάλυψε ότι το 63% των 620 χρηματιστηριακών αναλυτών, traders, «στρατηγών» και άλλων επαγγελματιών των διεθνών αγορών πιστεύει πως ο υψηλότερος του αναμενόμενου πληθωρισμός αποτελεί έναν από τους τρεις σημαντικότερους κινδύνους για τη σταθερότητα της αγοράς στη συνέχεια του έτους. Τον Απρίλιο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 43%.

Τα ερωτήματα που προβάλλουν από αυτή την εκτίμηση είναι προφανή: Απειλείται όντως σήμερα η παγκόσμια οικονομία από την έλευση του πληθωρισμού; Εχουν βάση οι φόβοι για υπερθέρμανση της οικονομίας και εκτόξευση των τιμών; Αφήγημα που αν γίνει πράξη θα εξαναγκάσει σε αλλαγή πολιτικής τις κεντρικές τράπεζες, αυξήσεις επιτοκίων, υψηλότερο κόστος δανεισμού, ακριβότερη εξυπηρέτηση των κρατικών χρεών -που εκτοξεύτηκαν στα ύψη στη διάρκεια της πανδημίας-, αλλά και υψηλότερες αποδόσεις για τους «παίκτες» των αγορών ομολόγων;

Η πραγματικότητα πάντως είναι ότι οι περισσότερες οικονομίες του πλανήτη μόλις πρόσφατα ξεκίνησαν τα πρώτα και μετέωρα ακόμη, λόγω της υγειονομικής αβεβαιότητας, βήματα εξόδου από τη βαθιά ύφεση. Η όποια άνοδος των τιμών έχει καταγραφεί μέχρι στιγμής δεν οφείλεται στην επανέναρξη τμημάτων της οικονομίας και την ισχυρή ζήτηση που καθιστά δυσεύρετα πλέον τα αγαθά και τις υπηρεσίες οδηγώντας στην ανατίμησή τους.

Οι επιχειρήσεις που επαναδραστηριοποιούνται μετά τις καραντίνες δεν κάνουν με το «καλημέρα» χρυσές δουλειές, δεν προσλαμβάνουν μαζικά εργάτες, δεν δημιουργούν νέα εισοδήματα οδηγώντας σε μεγαλύτερη κατανάλωση και ζήτηση. Τόσο οι κεντρικοί τραπεζίτες όσο και μεγάλο μέρος της αγοράς αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα, γι’ αυτό και η απροσδόκητη εκτόξευση του δείκτη τιμών καταναλωτή και παραγωγού στις ΗΠΑ τον προηγούμενο μήνα δεν τροφοδότησε σημαντικές αντιδράσεις. Στο άκουσμα εκτόξευσης του ετήσιου πληθωρισμού σε υψηλό 13ετίας η αγορά αντίθετα αντέδρασε υποτονικά, ενώ οι αποδόσεις των 5ετών, 10ετών αμερικανικών ομολόγων και το δολάριο υποχώρησαν.

Παρ’ όλα αυτά οι ανησυχίες για ταχεία αύξηση του πληθωρισμού, καθώς η πανδημία υποχωρεί, παραμένουν και ένα μεγάλο μέρος της επενδυτικής κοινότητας φαίνεται να έχει ποντάρει σε αυτό. «Υπάρχει εύλογη πιθανότητα αυτός ο συνδυασμός βραδύτερων των αναμενόμενων προσλήψεων από τις επιχειρήσεις και ισχυρότερου του αναμενόμενου πληθωρισμού να παραμείνει τους επόμενους μήνες», υποστήριξε χαρακτηριστικά σε πρόσφατη ανάλυσή του o Μπομπ Μίλερ, ανώτατο στέλεχος του γνωστού επενδυτικού κολοσσού Black Rock.

Οι πληθωριστικές ανησυχίες-«προσδοκίες» αποδίδονται κυρίως στην ανοδική τροχιά που εμφανίζουν στην παρούσα φάση οι τιμές των εμπορευμάτων και των πρώτων υλών. Η άνοδος αυτή αυξάνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και ενδεχομένως να τις εξαναγκάσει σύντομα σε άνοδο των τιμών των προϊόντων τους, που με τη σειρά της θα προκαλέσει και ευρύτερη άνοδο των τιμών και του πληθωρισμού.

Πατώντας σε αυτό το σενάριο και ποντάροντας στο ότι οι δυσλειτουργίες που υπάρχουν ακόμη στις αλυσίδες εφοδιασμού καθώς και η μεγάλη ζήτηση μετά την πανδημία θα πυροδοτήσουν μια από τις μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών εδώ και δεκαετίες, οι επενδυτές έπαιξαν πολύ χρήμα τις τελευταίες εβδομάδες σε πρώτες ύλες όπως ο χάλυβας, το σιδηρομετάλλευμα και ο χαλκός. Μάλιστα η Goldman Sachs, που είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στην αγορά συμβολαίων πετρελαίου, δεν δίστασε να πριμοδοτήσει αυτό το φούσκωμα των τιμών, δημοσιοποιώντας πρόβλεψή της ότι η τιμή του πετρελαίου θα χτυπήσει κατακαλόκαιρα φέτος τα 80 δολάρια ανά βαρέλι – από 67 σήμερα και 52 δολάρια στην αρχή του έτους.

Στο άγριο κερδοσκοπικό παιχνίδι που παίζεται με τις τιμές των πρώτων υλών αντέδρασαν όμως το περασμένο Σαββατοκύριακο οι κινεζικές αρχές. Η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης (NDRC) και ακόμη τέσσερις κρατικές υπηρεσίες της Κίνας, ύστερα από πολύωρες συναντήσεις τους με τους επικεφαλής μεγάλων βιομηχανιών, κατήγγειλαν συγκεκριμένα χειραγώγηση των διεθνών τιμών των πρώτων υλών και υπερβολική κερδοσκοπία.

Στην ανακοίνωση που εξέδωσαν οι κινεζικές αρχές υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ότι «ο τελευταίος γύρος αύξησης των τιμών οφειλόταν σε αρκετούς παράγοντες. Υπήρχαν όμως και πολλές πτυχές που αντικατοπτρίζουν υπερβολική κερδοσκοπία». Διεμήνυσαν ότι στη συνέχεια θα παρακολουθούν από κοντά τις τάσεις στις τιμές των εμπορευμάτων και θα ενισχύσουν την κοινή εποπτεία των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης των εμπορευμάτων και της αγοράς spot.

Επίσης ότι θα επιδείξουν μηδενική ανοχή για τις παράνομες δραστηριότητες και θα συνεχίσουν να επιβάλλουν τον νόμο και να διερευνούν τις μη φυσιολογικές συναλλαγές και την κερδοσκοπία. Η κινεζική παρέμβαση έφερε αμέσως αποτέλεσμα. Τη Δευτέρα η τιμή των συμβολαίων του σιδηρομεταλλεύματος υποχώρησε ραγδαία έως και 9,5% χαμηλότερα, συμπαρασύροντας μαζί της και την τιμή του χάλυβα. Εξίσου σημαντική πτώση κατέγραψαν οι τιμές του χαλκού, του αλουμινίου και του ψευδάργυρου.

Πάνω απ’ όλα όμως η παρέμβαση των Κινέζων και η κάθετη πτώση των τιμών των βασικών μετάλλων, όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Danske Bank Μάικλ Γραν, συνιστούν ένα μεγάλο στραπάτσο στο αφήγημα «ο πληθωρισμός έρχεται».

Αύξηση 2% στον γενικό δείκτη οικοδομικών υλικών

Θεαματικές αυξήσεις σε επιμέρους δείκτες των τιμών υλικών κατασκευής νέων κτιρίων φανερώνει η νέα έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για τον Απρίλιο του 2021. Αν και η άνοδος του γενικού δείκτη τιμών είναι 2% σε σύγκριση με τον Απρίλιο το 2020, οι αυξήσεις στους δείκτες βασικών προϊόντων είναι ώς και οχταπλάσιες του μέσου όρου. Η μεγαλύτερη ετήσια ποσοστιαία μεταβολή (+16,8%) καταγράφεται στον δείκτη τιμών του πετρελαίου κίνησης-diesel και ακολουθούν οι σωλήνες χαλκού (+15,7%), οι χάλκινοι αγωγοί (+8,2%), οι κυκλοφορητές (5,9%), ο σίδηρος οπλισμού (5,1%) και τα θερμαντικά σώματα (4,1%).

Οι αυξήσεις σε οικοδομικά υλικά και βιομηχανικά μεταλλεύματα, ιδιαίτερα στις τιμές του χαλκού, συνδέονται με το παγκόσμιο χρηματιστηριακό ράλι, που αποδίδεται στην υψηλή ζήτηση από την Κίνα και στη στροφή σε μια «πράσινη οικονομία». Ο χαλκός, τον οποίο αναλυτές αποκαλούν το «νέο πετρέλαιο», θεωρείται ότι θα εξακολουθεί να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και μετά την απεξάρτηση από τον άνθρακα, αφού είναι βασικό υλικό των ηλεκτρικών καλωδιώσεων που χρησιμοποιούνται στις ΑΠΕ, στα ηλεκτροκίνητα οχήματα κ.λπ.

Μολονότι οι τιμές του έπεσαν αυτήν την εβδομάδα μετά τις παρεμβάσεις της Κίνας, τον Μάιο σημείωσε ιστορικό υψηλό, ξεπερνώντας τα 10.000 δολάρια τον τόνο. Στην Ελλάδα οι παγκόσμιες ανακατατάξεις στις τιμές πρώτων υλών και καυσίμων επηρεάζουν πέρα από την οικοδομή όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, επιφέροντας ανατιμήσεις ακόμα και σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως καταγγέλλει το Ινστιτούτο Καταναλωτών και επιβεβαιώνει εν μέρει η Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή.