ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν το καλοκαίρι του 1975, όταν οι πρωταίτιοι του χουντικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 υποχρεώθηκαν να καθίσουν στο σκαμνί του κατηγορουμένου για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Και… ευκαιρίας δοθείσης (και, κυρίως, για να μην ξεχνάμε…) θα μεταφέρω μερικά αποσπάσματα από συνέντευξη που είχε πάρει ο συνάδελφος Αρης Σκιαδόπουλος από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Γιάννη Ντεγιάννη (1914-2006), η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Είκοσι Ελληνες στον Αδη» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2013).

Ο Σκιαδόπουλος έφυγε πριν από λίγες ημέρες απ’ τη ζωή. Η παρούσα αναδημοσίευση ας θεωρηθεί ελάχιστο αφιέρωμα στη μνήμη του δικαστή και του συναδέλφου.


Πώς επελέγη

– Στη Δικαιοσύνη ποια ήταν η ψηλότερη κορυφή;

«Ε, εντάξει, θεωρείται το “πρόεδρος”, αλλά πολλές φορές η κορυφή δεν εξαρτάται από το σχήμα που φέρεις, αλλά τι πραγματικά πετυχαίνεις. Αυτό νομίζω πως είναι το πιο σημαντικό. Δεν έφτασα στην πιο ψηλή κορυφή της ιεραρχίας, αλλά νομίζω ότι κέρδισα μια μικρή εκτίμηση του απλού ανθρώπου».

– Κατακτήσατε ωστόσο τον τίτλο του εθνικού δικαστή.

«Ε, το “εθνικός” ας μην το παραλληλίσουμε με “το αιρετικός”. Μην παίζουμε με τις λέξεις».

– Δεν είστε αιρετικός;

«Δεν θα ήθελα…». […]

– Ας πάμε τώρα στη μέρα που μαθαίνετε ότι θα δικάσετε τους πρωταίτιους. Πώς το μαθαίνετε;

«Υπήρξε ένας προϊδεασμός. Με ειδοποίησαν ότι με ήθελε ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Τότε ήμουνα εφέτης και σκέφτηκα ότι δεν έκανα κάτι ώστε να με καλέσει και να μου πει ότι το ’κανες στραβά ή ανάποδα. Αρα κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει. Κι επειδή γινόταν κουβέντα για το ποιος θα είναι ο πρόεδρος αυτού του δικαστηρίου, είπα: Εγώ θα ’μαι. Οταν πήγα, όντως με ήθελε γι’ αυτό. Και κάναμε μια συμφωνία: Να ’χω την ελευθερία να διακόπτω οποιονδήποτε μάρτυρα βγαίνει εκτός θέματος, ακόμα κι αν είναι πρώην πρωθυπουργός. Λέει: “Σύμφωνοι”. “Ε, τότε δέχομαι”, απάντησα». […]

– 1974, και σε μια μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση ακούγατε για πρώτη φορά το σύνθημα “δώστε τη χούντα στο λαό”. Tι απήχηση έχει το σύνθημα στον δικαστή;

«Εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτομαι ως δικαστής. Μπορώ να σας πω ότι φώναξα κι εγώ λιγάκι μαζί με τους άλλους. Απήχηση εκείνη τη στιγμή είχε στον πρωθυπουργό, διότι τότε ακριβώς είναι που στρέφεται το τιμόνι προς την άλλη πλευρά. Γιατί ώς εκείνη τη στιγμή οι πραξικοπηματίες ήταν ελεύθεροι». […]

– Ποια είναι η εικόνα που εμφανίζει η Δικαιοσύνη την πρώτη ημέρα της Μεταπολίτευσης;

«Η δράσις ξεκινά από τότε που κατατίθενται οι μηνύσεις. Τότε είναι που συνέρχεται το Συμβούλιο Εφετών για ν’ αποφασίσει αν θ’ ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των πρωταιτίων. Είναι η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εφετών». […]

Η καταδίκη

– Υπήρξε κάποιος από τους είκοσι τέσσερις κατηγορούμενους που σας προκάλεσε οίκτο;

«Ολοι τους προκαλούσαν τον οίκτο. Ηταν τα πρόσωπα που, έτσι ξαφνικά και χωρίς να το πιστεύουν, ανέβηκαν πολύ ψηλά κι έπεσαν κάτω χωρίς αλεξίπτωτο. Κι η πτώση τους αυτή τους είχε ζαλίσει. Εκείνα τα ασυνάρτητα του Παττακού ήταν ακριβώς γιατί ο άνθρωπος δεν ήξερε καλά καλά πού βρισκόταν. Το ίδιο, λίγο-πολύ, και οι άλλοι. Απλώς οι μισοί ακολουθούσαν τις οδηγίες του αρχηγού στον τρόπο υπεράσπισης του εαυτού τους. Οι άλλοι μισοί είχαν υψώσει σημαία ανεξαρτησίας».

– Τι εντύπωση σας προκάλεσε ο Παπαδόπουλος;

«Ολα άρχιζαν και τελείωναν στο “εγώ”. “Εγώ έκρινα, “εγώ αποφάσισα”, “εγώ θα μιλήσω”. Δεν είχε καμιά αναφορά στον πλησίον». […]

– Επεβλήθη τελικά η ποινή του θανάτου που μετετράπη σε ισόβια.

«Πολύ γρήγορα».

– Κάποιοι υποστήριξαν ότι για λόγους παραδειγματισμού η ποινή θα ’πρεπε να εκτελεστεί. Η δική σας άποψη ποια είναι;

«Νομίζω ότι αυτό θα ήταν λάθος. Εγώ έχω αμυδρές αναμνήσεις από την εκτέλεση το ’22. Θυμάμαι τον απόηχο που είχε. Δεν πιστεύω ότι ήταν φρόνιμο από πολιτικής απόψεως να γίνει η εκτέλεση. Θα μου πείτε, τότε γιατί την απαγγείλαμε; Πρώτον, γιατί ήταν υποχρεωτικό για μας σύμφωνα με τον νόμο. Και, δεύτερον, το να ηχήσει η λέξη “θάνατος” θα επηρέαζε επίδοξους μιμητές που προετοίμαζαν πραξικόπημα καλύτερα δουλεμένο από το προηγούμενο. Και η ποινή τούς ανάγκασε να βάλουν φρένο στις… υψηλές τους φιλοδοξίες».