Το κιτς ξεκίνησε γύρω στα 1870 στο Μόναχο, όπου οι τότε καλλιτεχνικοί κύκλοι χαρακτήριζαν με τη λέξη kitsch την παραφθορά της λέξης sketch (δηλ. σκίτσο), την αντίθεσή τους για τα μικροαντικείμενα με λαϊκή προέλευση που αγόραζαν για σουβενίρ ξένοι τουρίστες. Η συγκεκριμένη τέχνη χαρακτηρίζεται σαν γλυκερή τέχνη, κακόγουστη, που ανταποκρίνεται στα γούστα της πλατιάς μάζας:
«Με το παραπάνω… αντικειμενικό κριτήριο, ως κακοτέχνημα (κιτς) μπορούν να θεωρηθούν όλα εκείνα τα αρχαιολογικής προέλευσης μικροαντικείμενα, σουβενίρ ή δώρα που προορίζονται για τουρίστες, τα εικονισματάκια που πουλιούνται για τουρίστες, τα εικονισματάκια που πουλιούνται στους “πιστούς” σε μοναστήρια, πανηγύρια και “ειδικά” καταστήματα, και μερικά μικροσκεύη του νοικοκυριού (ποτήρια, πιάτα, αυγοθήκες κ.ά.) ή φωτογραφικές αναπαραστάσεις (αφίσες) μεγάλων ζωγραφικών έργων και οι παλιές εκείνες “χαλκομανίες” με την Γενοβέφα, τους ήρωες του Εικοσιένα κ.ά., που διακοσμούσαν άλλοτε τους τοίχους του λαϊκού και μικροαστικού σπιτιού»(1).
Με το κιτς γεμίζουμε τον κόσμο με ψεύτικα συναισθήματα, με μια πλαστή αισθητική αξία και ταυτόχρονα συγκαλύπτουμε τη διαφορά ανάμεσα σε αντικείμενα με αξία και αντικείμενα με τιμή. Για να θυμηθούμε αυτό που έλεγε ο Οσκαρ Ουάιλντ: «Ο κυνικός γνωρίζει την τιμή των πάντων και την αξία κανενός». Με αυτή την έννοια, το κιτς αποτελεί μια πολύ καλή εισαγωγή στην έννοια της εμπορευματοποίησης, όπου όλα, υλικά και άυλα, συνδέονται με μια συγκεκριμένη τιμή. Υπενθυμίζω ότι η εμπορευματοποίηση αποτελεί την προϋπόθεση της κοινωνίας της κατανάλωσης.
Ωστόσο ο πραγματικός στόχος της χούντας δεν ήταν η έλευση της κοινωνίας της κατανάλωσης, αλλά η διαμόρφωση μιας ψευδεπίγραφης μαζικής δημοκρατίας μέσω της «οικοδόμησης» άβουλων, προβατοποιημένων ακροατηρίων με βάση την επικράτηση της εικόνας, την τηλεόραση που υποβάσταζε την εικόνα, την έκρηξη της ατομικότητας, την αποδοχή τού όποιου τηλεοπτικού περιεχομένου χωρίς την παραμικρή σκέψη από τα ακροατήρια και την ατέλειωτη προπαγάνδα μέσα από το τηλεοπτικό περιεχόμενο.
Το χουντικό καθεστώς καλλιεργεί με κάθε τρόπο τον εφησυχασμό, λογοκρίνοντας κάθε είδηση που ίσως προκαλέσει μια κατανόηση της περιρρέουσας πραγματικότητας, παράλληλα με τον μηδενισμό των όποιων αντιδράσεων εκ μέρους του πληθυσμού.
Η απογείωση του κιτς στην Ελλάδα επί χούντας είναι εμφανής στο βίντεο https://www.gazzetta.gr/plus/koinwnia/artcle/1221979/i-hoynta-apogeiose-kits-stin-ellada-pics-vids. (2).
(1): Βλέπε Βελουδή, Γ., «Το κιτς και πώς να το αποκτήσετε», «Ελευθεροτυπία», Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008, σελ. 6.
(2): Για το κιτς της 21ης Απριλίου βλέπε Ραυτόπουλου, Δ., Το κιτς ως φασιστόμετρο, στον τόμο «Κάτι το ωραίον – μια περιήγηση στη νεοελληνική κακογουστιά», Αθήνα, Εκδοση των φίλων του περιοδικού Αντί, 1984, σελ. 69-99.
* oμότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών
