ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μίνα Πετροπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Δάντης στην «Κωμωδία» του προειδοποιεί: «Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που από δω περνάτε…». Ισως γιατί με «τη μάνα μας την ποίηση» (Γ.Σ.) λέγονται οι πιο πικρές αλήθειες, και, το κυριότερο, ανεχόμαστε να ειπωθούν.

Πιθανόν γι’ αυτό και στην «Κωμωδία» τους ο Γιάννης Στίγκας (Γ.Σ.) και ο Νικόλας Ευαντινός (Ν.Ε.) μας προτρέπουν το ίδιο πριν διαβούμε τη δική τους εκδοχή Κολάσεως, Καθαρτηρίου και Παραδείσου. Αποφασίζουν και δημιουργούν.

Μιλούν με καυστικό, ειρωνικό αλλά και τρυφερό τρόπο για το τώρα και το επώδυνο του βίου, ανθρώπινου και μη, πραγματικού και φαντασιακού.

Τόσο η γραφή όσο και η μουσική έχουν κοινό παρονομαστή για να οδηγήσουν στη δημιουργία: «μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλα» (Γ.Σ.).

Η γραφή των Στίγκα – Ευαντινού ριψοκινδυνεύει στο δύσκολο όριο ιερού – ανόσιου, χωρίς να εκχωρεί δικαιώματα υπέρ του ενός ή του άλλου, γιατί το όριο δεν ανήκει πουθενά∙ είναι ο μετεωρισμός και ο στρόβιλος. Ιεροποιώντας το ανόσιο και ευτελίζοντας το ιερό, καταθέτουν στο δικό τους «Καθαρτήριο» ένα ποιητικό λεξικό, υπερασπιζόμενοι την κρυφή γοητεία του αυτονόητου.

«Μια ζαριά σωστά ριγμένη»

Μια υψηλού επιπέδου ποιητική περιγραφή της ανθρώπινης κατάστασης και του κόσμου στην ολότητά του. Ο συγκρουσιακός έως και πολεμικός λόγος τους κάνει τον σκοτεινό Ηράκλειτο να χαμογελά.

Η ποίηση του Γιάννη Στίγκα, χρόνια τώρα υποστηρίζω πως κάνει την ψυχή μας να χορεύει. Σε τούτο του το βιβλίο όμως η γραφή του μοιάζει ως τρόπος διαχείρισης ενός σώματος που πονά, αλλά εντούτοις δεν λυγίζει.

Περήφανα χορεύει τον πυρρίχιο χορό πριν από τη μεγάλη σύγκρουση και την πιθανή γενοκτονία. Ενα σώμα που μέσα από τα κάθε λογής αγκάθια, των κάκτων («η τύχη έχει πάμπολλες διαβαθμίσεις») ή των αχινών («μια τσαμπουκαλεμένη τρυφερότητα») αγγίζει την αγιότητα: «Είδος κόλλας που χρησιμοποιούμε/ για να μένει/ στο κομμένο κεφάλι/ το φωτοστέφανο»!

Η γραφή του Νικόλα Ευαντινού έχει τη δυναμική του ξαφνικού χορού χαράς. Εκείνης που μοιάζει ή είναι «η πιθανότητα… η απειροελάχιστη και σπάνια και ακριβή». Ενα ξέσπασμα μέσα στα λίγα τετραγωνικά ενός σπιτικού χώρου, που δίνει τη δυνατότητα απρόσμενα και ξαφνικά, απλά αλλά ουσιαστικά, να αποδράσει η ψυχή, κινδυνεύοντας να πληγωθεί το σώμα τιμωρούμενο για την απρέπεια της φυγής.

Δυναμισμός ανατροπής. Ο,τι θεωρείται ως μειονέκτημα για τους πολλούς αντιμετωπίζεται ως πλεονέκτημα από τους εν λόγω δημιουργούς. Συμβολικά και ουσιαστικά αναποδογυρίζουν τον μέχρι τώρα γνωστό κόσμο και τις θεωρίες περί σωστού: «[…] Είναι αυτή η ρημάδα/ η βεντέτα με το κενό/ μη με ρωτάς γιατί – […] σου λέω, αυτό το νταραβέρι συνεχίζεται/ με αμοιβαίες προκλήσεις/ Ιδού η απόδειξη:/ μια ακόμη φλεβίτσα στα μάτια μου» (Γ.Σ).

Το πολύτιμο της ζωής προσδιορίζεται από επιθυμία και ερμηνεία δον-κιχωτική: «Σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις γίνομαι αίγαγρος./ Ισκιος μου ο κάθε παλαβιάρης./ Ετσι αξιώθηκα/ την εξίσωση της ανάβασης/ σε κάθε βήμα/ αχνοχαράζει χαλασμός» (Ν.Ε.).

«Μια ζαριά σωστά ριγμένη»

Με πρωτότυπη, δυναμικά ιλιγγιώδη και ποτισμένη προφορικότητα γραφή, με λέξεις που κλείνουν το μάτι και βγάζουν γλώσσα στον καθωσπρεπισμό οποιουδήποτε δήθεν, ο Στίγκας πιο ώριμος από ποτέ. Χαστουκίζει και χαϊδεύει. Και αγαπά αθεράπευτα τον Καρούζο: «Πάμε μέσα», του λέω, «κρυώνω». Με κοιτάζει αυστηρά. «Οι ποιητές δεν κρυώνουν», μου λέει, «ξεπαγιάζουν».

Με στιβαρό λόγο και τρυφερότητα που ξετρυπώνει από χαραμάδες γραφής, με απότομη προσγείωση στο τώρα αλλά και ανύψωση στο υπερβατικό, ο Ευαντινός μελοποιεί τη σκέψη και τους φόβους που αρνούμαστε ακόμα και να ψελλίσουμε: «Πίσω από κάθε τελειότητα/ υπάρχει πάντα ένα καθίκι».

Συμβολισμοί και ονείρατα, σκέψεις και έμπνευση μυθοποιούν στοιχεία που μετατρέπονται σε αναγκαιότητες επιβίωσης «[…] τσιγάρο συν φάντασμα:/γοτθικά μαθηματικά/ -η ομίχλη είναι μέρος της εξίσωσης- / προκύπτει/ ένα θεονήστικο νυφικό/ νοτίζει τους καναπέδες, τα έπιπλα./ Σπάει πιατικά. Με βογκητά/ και με χάχανα./[…] διαφεύγει/ άρα/ όλα πάνε καλά» (Γ.Σ.).

Εφιαλτικά δρώμενα με ρυθμούς ταχυπαλμίας ξεχύνονται στις σελίδες. Οι δημιουργοί ευ ποιούν και το ανήκουστο και το άρρητο. Η αλήθεια που πονά, η τρέλα που μας ζώνει παρίστανται μπροστά μας. Μια λογοτεχνική συνομιλία που δεν κατανοείται απαραίτητα αλλά –και αυτό είναι το σημαντικό– νιώθεται βαθιά:

«Εγώ είμαι εγώ/ εσύ τι είσαι;/ Μια ακόμη δολιοφθορά/ – το ιερό μου δικαίωμα στη γαλήνη/ πειραγμένο με κατσαβίδι από μέσα» (Γ.Σ.).

«[…] και τρία και δύο και ένα και βαρύ κεφάλι στους ώμους κολλημένο απ’ τον ταρίφα εφιάλτη που δεν θυμάσαι/ […] κανείς δεν πήρε το ρημπάουντ ενός χαμένου φιλιού/ σου-κου/ φεγγαριού, βιδωμένα τα πόδια στο έδαφος/ τι κάνεις, ρε; Πήδα ρε, κοιμισμένε, χοροπήδα όμορφη αρρώστια μπαλαρίνας, και τρία και δύο και ένα και στίβος ο κόσμος…» (Ν.Ε.).

Στο όνομα της συνύπαρξης νοιάζονται αν ο καθένας μας στη σύγχρονη φυλακή του σαθρού τούτου κόσμου με τους «σπασμένους καθρέπτες» καταλήξει πάνθηρας ή εκκρεμές.

Είναι το ζητούμενο και ακόμα ερευνάται. Δανειζόμενη τη ρήση του αποφθεγματικού Μαγιακόφσκι θα πω πως Στίγκας και Ευαντινός στην «Κωμωδία» τολμούν και εν τέλει «φτύνουν καλά. Σημαδεύουν κέντρο».