ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ρίκα Μπενβενίστε
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, περισσότερο από όλους στα ελληνικά γράμματα, μας έχει μυήσει στις ποικίλες νοηματοδοτήσεις της λέξης «μάρτυρας», στη μεταπολεμική τουλάχιστον λογοτεχνία: αυτόπτης, αντιήρωας, αυτοβιογραφούμενος, στρατευμένος, ο επιζών που αντίκρισε τον θάνατο. Ο τελευταίος είναι αυτός για τον οποίο, με τα λόγια του ποιητή, ουδείς μαρτυρεί.

Ο «μάρτυρας» της μυθοπλασίας του Jean Bloch-Michel αυτοβιογραφείται. Η μαρτυρία του επέχει και θέση λυτρωτικής εξομολόγησης. Στην ιστορία του πρωταγωνιστούν ο αδελφός του Μισέλ, η καρδιακή τους φίλη, Εριέττα, και η Κλωντ, ερωμένη που γίνεται σύζυγος. Είναι νέοι, ανήκουν στην παριζιάνικη μικροαστική τάξη· ο ίδιος, το όνομά του δεν το μαθαίνουμε, όπως και η αγαπημένη του είναι φοιτητές. Ο αφηγητής ακολουθεί σπουδές φιλολογίας και θα πάρει τον δρόμο για το καθ’ όλα σεβαστό επάγγελμα του καθηγητή στο σχολείο, συνεχίζοντας ωστόσο τις φιλολογικές του αναζητήσεις σε ανώτερο επίπεδο. Η φοιτητική ρουτίνα, τα ερωτικά παιχνίδια και οι νεανικές εκδρομές διακόπτονται για πρώτη φορά από έναν τραγικό θάνατο. Αν το μυθιστόρημα σταματούσε εδώ, θα περιοριζόταν σε ένα ψυχογράφημα.

Μορφές αποξένωσης

Δεν θα ήταν λίγο: ο συγγραφέας πλέκει με δεξιοτεχνία την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ο ήρωας-αφηγητής αποξενώνεται όλο και περισσότερο, καθώς η «ευλαβική χαρά» από το «συνταίριαγμα των αισθήσεων» του χαρίζει μια λύτρωση εύθραυστη και προσωρινή, μέσα στο σκηνικό και την υπόκωφη ένταση μιας συζυγικής σχέσης που περιγράφεται αριστοτεχνικά.

Ωστόσο, έξω από το σπίτι αρχίζει ο «γελοίος πόλεμος»· η γερμανική κατοχή της Γαλλίας που επέρχεται θα φέρει τα πάνω κάτω για πολλούς, θα συντρίψει τις ζωές πολλών άλλων, θα οδηγήσει λιγότερους στην ενεργή αντίσταση. Μοιάζει τα γεγονότα να παρέρχονται αφήνοντας ανέγγιχτες τις υπάρξεις εκείνων που καταφέρνουν να μείνουν ξένοι, παρατηρητές από απόσταση: «Παρ’ όλο που έβλεπα χωρίς επιείκεια τα κίνητρα που μας είχαν κάνει να αποφύγουμε τον πόλεμο, δεν μπορούσα ωστόσο να μην τρίβω συνάμα τα χέρια μου, ικανοποιούσαν την επιθυμία μου για ηρεμία, και ταυτόχρονα δικαίωναν την περιφρόνησή μου», ομολογεί ο αφηγητής.

Η στάση αυτή δεν αλλάζει ακόμη κι όταν διακυβεύεται μια μέγιστη απώλεια: «Οι μέρες περνούσαν τόσο ίδιες μεταξύ τους. […] οι θάνατοι χιλιάδων ανθρώπων ελάχιστα με ενδιέφεραν τότε, καθώς η λέξη “απελευθέρωση” είχε αποκτήσει ένα πολύ συγκεκριμένο νόημα από την ημέρα που είχα αρχίσει να αναμένω την απελευθέρωση της Κλωντ».

Η δημοσίευση του μικρού βιβλίου το 1949 είναι δηλωτική της ατμόσφαιρας στη Γαλλία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, καθώς ολόγυρα αιωρούνται η επίγνωση και η απώθηση της συνεργασίας με τον κατακτητή, του καιροσκοπισμού και του κομφορμισμού των πολλών. Ο αφηγητής διαλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός αντιήρωα ο οποίος επέδειξε δειλία, έκλεισε τα μάτια, δεν συμμετείχε ούτε σε όσα του συνέβησαν προπολεμικά ούτε σε όσα τον καιρό του πολέμου συνέβησαν στην πατρίδα του, αλλά και στη ζωή του την ίδια. Ούτε η μοναδική του καταφυγή, ο μεγάλος έρωτας, δεν είναι ικανός να τον βγάλει από την απραξία.

Οι απώλειες τον συντρίβουν αλλά δεν τον αλλάζουν, διότι είναι αδύνατο να υπερβεί την αποξένωση που παίρνει τη μορφή της αδιαφορίας και της δειλίας. Οι πνευματικές κατακτήσεις σε τίποτα δεν ευνοούν την κατανόηση μιας πραγματικότητας οδυνηρής παντού τριγύρω, αντίθετα ορθώνουν ένα προστατευτικό τείχος. Μοναδική λύτρωση, η τελική εξομολόγηση. Μάρτυρας του βίου του γίνεται πρώτα το ίδιο το ασυνείδητό του και έπειτα η ερωτευμένη και αφοσιωμένη γυναίκα που επέλεξε τον διαφορετικό δρόμο της αντίστασης. Η τελική λύτρωση έρχεται από εκείνη, αλλά όχι από τη ζωή μαζί της.

Είναι βέβαια ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας, νομικός, όπως και ο «ανώνυμος και ακατονόμαστος» (όπως σωστά παρατηρείται στο επίμετρο) ήρωας επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός αμέτοχου στην Αντίσταση. Ο Jean Bloch-Michel, όχι μονάχα συμμετείχε στην Αντίσταση, αλλά συνεργάστηκε με τον Αλμπέρ Καμί στην ομάδα που εξέδιδε την εφημερίδα Combat, συνελήφθη από την Γκεστάπο και βασανίστηκε στη φυλακή Μονλίκ, στη Λιόν. Υπήρξε πιστός φίλος και συνεργάτης του Καμί και μετά τον πόλεμο, προλογίζοντας συχνά έργα του. Στον Μάρτυρα υπάρχει κάτι από τη θλιβερή αποξένωση του Μερσό στον Ξένο και από την αδιαφορία του αυτόπτη Κλαμάνς στην Πτώση.

Ενα σύντομο μυθιστόρημα, σε καλαίσθητη έκδοση που υποστηρίζεται από τη θαυμάσια μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου και το πολύ κατατοπιστικό της επίμετρο.