«Δύο χρόνια δεν έχω πάει σχολείο. Στη Ριτσώνα πηγαίνω μόνο σε τάξεις που διοργανώνονται από φίλους και γείτονες. Βοηθάμε οι ίδιοι τον εαυτό μας διότι δεν μας πηγαίνουν σχολείο. Για να μπορώ να διαβάζω λίγο, πρέπει να κάθομαι στο μπροστινό θρανίο.
Την πρώτη μέρα ζήτησα από τις οργανώσεις να με γράψουν μαζί με την αδελφή μου στο σχολείο. Μας είπαν: “πηγαίντε στο κοντέινερ και περιμένετε να έρθουμε”. Δεν ήρθαν. Νιώθω παραλυμένη. Νόμιζα ότι στην Ελλάδα θα μπορούσα να αρχίσω να μαθαίνω ξανά. Νιώθω ότι κάθε μέρα απομακρύνομαι από τα όνειρά μου».
18 χρονών, Αφγανή, Ριτσώνα
Μετά την ασφάλεια και την υγεία, η εκπαίδευση παραμένει η μεγαλύτερη ανησυχία των γονιών των προσφυγόπουλων στην Ελλάδα, όπως δήλωσαν 13 οικογένειες προσφύγων στην οργάνωση Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο.
Στην έκθεση «Αποκλεισμένοι και απομονωμένοι: η εξαφάνιση της εκπαίδευσης των προσφυγόπουλων στην Ελλάδα» (πρόχειρη μετάφραση), η οργάνωση καταγράφει άλλη μια φορά τη ματαίωση της επιθυμίας των προσφύγων για μάθηση και την απροθυμία ή την αδυναμία των Αρχών να εξασφαλίσουν την πρόσβασή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Τα στοιχεία δείχνουν συντριπτική μείωση των εγγεγραμμένων προσφύγων-μαθητών αμέσως μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τη Ν.Δ. Από τα 12.867 εγγεγραμμένα προσφυγόπουλα τον Ιούνιο του 2019, ο αριθμός έπεσε στα 8.000 τον Δεκέμβριο του 2019 και παραμένει στο ίδιο επίπεδο τον Μάρτιο του 2021, μόλις 8.637 εγγεγραμμένα προσφυγόπουλα.
Η πραγματική ποσοστιαία μείωση είναι μεγαλύτερη, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, ο αριθμός των προσφυγόπουλων σχολικής ηλικίας στην Ελλάδα έχει αυξηθεί από 27.000 στο τέλος του 2018 σε 44.000 στο τέλος του 2020.
Ελάχιστοι εγγεγραμμένοι μαθητές παρακολουθούν μαθήματα, όπως πιστοποιούν εκπαιδευτικοί που δραστηριοποιούνται στην εκπαίδευση προσφυγόπουλων, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς του υπουργείου Παιδείας ότι το 90% των εγγεγραμμένων προσφυγόπουλων παρακολουθεί μαθήματα. Η ευθύνη του υπουργείου είναι μεγάλη. Και μετά την καθυστερημένη εγγραφή των μαθητών, καθυστερεί εβδομάδες η δημοσίευση του καταλόγου των αναπληρωτών εκπαιδευτικών που διδάσκουν τα προσφυγόπουλα.
Η καθυστέρηση γίνεται μεγαλύτερη αν κάποιος αναπληρωτής δεν δεχτεί, αποθαρρυμένος από τις συνθήκες επισφάλειας που διέπουν τους αναπληρωτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επιλογή δεν συνεκτιμάται το κριτήριο της εμπειρίας σε εκπαίδευση προσφύγων ή μειονοτήτων ή στη διδασκαλία ελληνικών σαν ξένη γλώσσα.
Ευθύνη έχουν επίσης οι περιφέρειες, που καθυστερούν πολλές εβδομάδες να παρέχουν τα μέσα για τη μεταφορά των μαθητών πρoς και από το σχολείο, τη στιγμή που οι δομές βρίσκονται συχνά σε απόσταση μεγαλύτερη από 10 χιλιόμετρα από το κοντινότερο σχολείο. Τα σχολικά οχήματα που μεταφέρουν Ελληνες μαθητές συχνά αρνούνται να παραλάβουν πρόσφυγες, επικαλούμενα τον φόβο του κορονοϊού.
Ως προς την τηλεκπαίδευση, από τους 35 μαθητές που μιλούν στην οργάνωση μόνο 2 έχουν πρόσβαση στην πλατφόρμα του υπουργείου Παιδείας. Είκοσι μαθητές δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και προσπαθούν να μάθουν μόνοι ή με τη βοήθεια των γονιών τους σε κινητά ή σε αυτοοργανωμένες τάξεις που διδάσκουν άλλοι πρόσφυγες στις δομές ή σε σπίτια.
«Μου αρέσει πολύ να μαθαίνω. Δεν έχω Ελληνες φίλους, μακάρι να είχα»
«Την πρώτη φορά που μας έστειλαν εμάς τα παιδιά από το καμπ στο σχολείο ήμασταν μόνο παιδιά από το καμπ. Δεν υπήρχε κανένας άλλος. Δεν είδαμε παιδιά από την Ελλάδα ή άλλους δασκάλους. Μόνο τον δάσκαλό μας. Μάθαμε κάποια “γεια σου, τι κάνεις;”… Δεν ήταν σαν σχολείο. Τώρα έχω αρχίσει να πηγαίνω στο πρωινό σχολείο με Ελληνες μαθητές. Μου αρέσει πολύ. Το μόνο που μου λένε οι Ελληνες μαθητές είναι “γεια”, αλλά δεν μιλάμε και δεν παίζουν μαζί μας.
Εδώ και πολύ λίγο καιρό αποκτήσαμε μια ειδική δασκάλα, που μας παίρνει από την τάξη και μας διδάσκει χωριστά ανά οκτώ παιδιά από το καμπ. Μέχρι να έρθει, απλά καθόμουν στην τάξη χωρίς να κάνω τίποτα. Δεν καταλάβαινα. Κανείς δεν με ρωτούσε ούτε μου ζητούσε να κάνω κάτι.
Οι Ελληνες μαθητές έκαναν ασκήσεις και είχαν εργασίες για το σπίτι. Εγώ όχι. Στο διάλειμμα οι Αφγανοί μαθητές καθόμαστε στην άκρη όσο παίζουν οι άλλοι. Δεν έχω Ελληνες φίλους. Μακάρι να είχα. Θέλω πολύ να έχω έναν φίλο. Μου αρέσει πολύ να μαθαίνω. Από όταν ήμουν πολύ μικρή, ήθελα να γίνω γιατρός, παθολόγος».
Αφγανή, 10 χρόνων, Σχιστό
