Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην ανεμοζάλη της εποχής, ας τονιστεί και τούτο. Η αλήθεια είναι πως παρά την πρόσφατη και πρωτοφανή κρίση το Εθνικό κατόρθωσε να ανεβάσει μέχρι στιγμής όλες τις παραγωγές του. Πέτυχε έτσι να προστατεύσει καταρχάς το καλλιτεχνικό δυναμικό του. Και έπειτα κατόρθωσε με σύγχρονα τεχνικά μέσα να διασπείρει το ρεπερτόριό του και μάλιστα όχι από τον εύκολο δρόμο της αναπαραγωγής μιας «κασέτας» αλλά από τον πλέον κοστοβόρο, τεχνικά περίπλοκο και ψηφιακά παρακινδυνευμένο δρόμο της live αναμετάδοσης. Με αυτόν τον τρόπο το Εθνικό αποταμίευσε πολύτιμη εμπειρία για τη συνέχεια, όταν ο χαρακτήρας κάθε ιδρύματος εθνικής εμβέλειας δεν θα εννοείται πια εγκλωβισμένος στην ακτίνα μερικών χιλιομέτρων από τη φυσική έδρα του.

Να που μόλις προχθές ανέβηκε στο διαδίκτυο από το κατεξοχήν θέατρο του εθνικού μας βίου η πλέον εθνική μας κωμωδία, η περιλάλητη «Βαβυλωνία». Κλείνοντας το μάτι στον εορτασμό της εθνικής εορτής, κοντά στη μεγάλη επέτειο της εθνικής Παλιγγενεσίας… Και τι παράξενο. Παρά το μάζεμα τόσων «εθνικών» σε μία και μόνο πρόταση, το αποτέλεσμα ήταν ό,τι άλλο εκτός από αναμενόμενο… Οποιος ξέρει έστω και λίγα από την ιστορία του Εθνικού, επόμενο είναι να ανακαλέσει την πάλαι ποτέ εργαλειοποίησή του σε παρόμοιες περιπτώσεις, τότε που ο κρατικός θεσμός ετίθετο στην υπηρεσία κάθε πολιτικής προπαγάνδας και εθνικού ναρκισσισμού.

Το να αναθέτεις όμως σε αυτή τη συγκυρία το ανέβασμα της «Βαβυλωνίας» του Βυζάντιου στον Γιάννη Κακλέα δείχνει αν μη τι άλλο από τη μεριά της κρατικής σκηνής κραταιά αυτοπεποίθηση. Και φανερώνει μαζί το πόσο βαθιά αναζητούμε όλοι τον έτερο όρο του «εθνικού» στην παλιά ρήση του Σολομού. Ο ίδιος ο Κακλέας θα πρέπει ασφαλώς να είδε εξαρχής το ανέβασμα της «Βαβυλωνίας» ως προσωπική πρόκληση για τον ίδιο. Από τη μεριά της ανάθεσης όμως εκείνο που μετράει είναι που ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν έχει αναιρέσει ποτέ την πρώτη του τόλμη στη ανατρεπτική διαπραγμάτευση συλλογικών απωθημένων και εθνικών στερεοτύπων.

Κι έτσι είδαμε εδώ, στο Εθνικό, μια θεατρική, θεατρικότατη, μεταφορά του γνωστού έργου από έναν Κακλέα που δείχνει να απομακρύνεται σταθερά από την μπαρόκ υπερβολή με την οποία τον είχαμε συνειρμικά συνδέσει. Είδαμε από κοντά τους συνεργάτες του να δημιουργούν σε φανερή έμπνευση (μουσική της Μαρίζας Ρίζου, κίνηση της Αγγελικής Τρομπούκη, τα υπέροχα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη). Και όπως αξίζει σε ένα Εθνικό, είδαμε τελικά εξαιρετικούς ηθοποιούς σε ένα άψογο ανσάμπλ, μα και σε μια επίδειξη δεξιοτεχνίας από τον καθένα χωριστά στον κάθε ρόλο…

Και το τελικό συμπέρασμα από όλα; Πως μάλλον κακώς τοποθετούμε τη «Βαβυλωνία» αποκλειστικά στο είδος της ηθογραφικής κωμωδίας. Σημαίνει για εμάς πια πολλά περισσότερα. Νιώθουμε στην παράσταση του Εθνικού πως τα πρόσωπα της Βαβυλωνίας μαζεύτηκαν στη λοκάντα του Ναυπλίου (που εδώ, με τα σκηνικά του Σάκη Μπιρμπίλη και του Γιάννη Κακλέα, θυμίζει μπαρ-εστιατόριο) για να γιορτάσουν όχι μια παλιά πατρίδα αλλά ένα «έθνος», που ανοίγεται οριζοντίως και καθέτως, ευρύτερο απ’ ό,τι μετά θα καλύψει η ελληνική επικράτεια, συνθετότερο από το πόρισμα κάθε εθνικού αφηγήματος. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως οι περισσότεροι εκ των πανηγυριστών προσέρχονται, παραμένουν και τελικά αποχωρούν από το έργο σαν «ξένοι». Κι όμως ό,τι τους χωρίζει προς στιγμήν παραμερίζεται στον παλμό της νίκης, για να φανεί από πίσω κάτι άλλο, αόριστο, θολό, σχεδόν υπερβατικό, κάτι πέρα από τη λαλιά, το φαγητό και τα τοπικά έθιμα, πίσω κι από το «ταξικό» συμφέρον ή την ιδιοσυγκρασία καθενός εκ του θιάσου.

Είναι άραγε κάτι βαθύ που μας ορίζει;… Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό που κρύβει η «Βαβυλωνία» του Εθνικού είναι πως ακόμα κι αν κατορθώσεις να περιγράψεις τι σημαίνει να είσαι τυπικά «Ελληνας», το τι σημαίνει να «νιώθεις Ελληνας» καθώς φαίνεται, εύκολα δεν περιγράφεται.

Φανερώνεται, όμως… Οπως εδώ που Ρωμιοί – Οθωμανοί υπήκοοι οι περισσότεροι- μαζεύονται στη λοκάντα του Μισέ Μπαστιά για να γιορτάσουν τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Δεν γιορτάζουν μόνο τη «νίκη». Στη «Βαβυλωνία» ξεχειλίζει η γιορτή μιας καταπιεσμένης ταυτότητας που μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε στον πυθμένα της επιθυμίας και τώρα βγαίνει στο φως για να μοιραστεί και να διπλασιαστεί μέσα από τον άλλον.

Μα μέχρι εκεί φτάνει, καθώς φαίνεται, η γιορτή μας. Πολύ γρήγορα το χαντάκι θα ξανανοίξει και θα ριχθούν εκεί οι κατάρες της φυλής. Δεν είναι μόνο η γλώσσα που γεννά τις παρεξηγήσεις, όπως νομίζουμε. Είναι η δειλία και η κουτοπονηριά, ο αχαλίνωτος ατομικισμός και ο αφόρητος τοπικισμός. Μόλις κάθε πρόσωπο της λοκάντας αισθάνεται πως είναι κάτι «μαζί» με τον άλλο, λες και νιώθει αυτόματα την ανάγκη να διαχωρίσει τη θέση και το συμφέρον του από τους υπόλοιπους. Και αυτή άλλωστε η εθνική Ιδέα, η Ελευθερία, πώς άραγε εκδηλώνεται; Στο τι θα φάμε, τι θα πιούμε, πώς θα περάσουμε καλά και πώς θα ακολουθήσει ο καθένας ύστερα τον δρόμο μόνος του… Σε αυτή τη γωνιά μιας χώρας, που ακόμα δεν έχει καλά-καλά ορθοποδήσει, αποκαλύπτεται η πορεία της για τα επόμενα διακόσια χρόνια.

Εχω πει και παλιότερα πως ο μόνος τρόπος να ξαναδούμε αυτά τα έργα είναι να σπάσουμε το ηθογραφικό κέλυφος και να κινηθούμε κριτικά σε αυτά, αποστασιοποιημένα. Στην τελική σκηνή της παράστασης -μετά την «Παράβαση» του Αστυνόμου όπου ο ίδιος εκτός ρόλου ξεσκεπάζει το προσωπείο των υπολοίπων-, όλοι μεταφέρονται στο πίσω μέρος ενός ακάλυπτου για να απλώσουν την αράδα τους σε πλαστικές καρέκλες. Είναι η καλύτερη κριτική μιας χώρας που έμαθε να θεωρεί τα ελαττώματά της πεπρωμένο.

Είναι όλοι τους ξεχωριστοί και, για να μην προχωρήσω σε κριτική που γνωρίζω ότι προκαλεί αντιδράσεις στις περιπτώσεις των αναμεταδόσεων, τους συστήνω ονομαστικά: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Θανάσης Δήμου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Γιάννης Κότσιφας, Κώστας Αποστολάκης, Κώστας Μαγκλάρας, Δημήτρης Φουρλής, Λάμπρος Κτεναβός, Μιχάλης Βαλάσογλου, Πάνος Ζυγούρος, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Σπύρος Κυριάκος, Νίκη Λάμη, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Κωνσταντίνος Γαβαλάς. Δεν θα κρατηθώ ωστόσο να διακρίνω τρεις επιμέρους στιγμές από το εξαιρετικό σύνολο. Πρώτα, την τρέλα και αλαζονεία που βάζει στο ρόλο του Αστυνόμου ο Οδυσσέας Παπασπηλιώπουλος. Επειτα, τη στιγμή που διακρίνουμε στον Ανατολίτη του Ιεροκλή Μιχαηλίδη έναν στιβαρό μα και τραυματισμένο Ρωμιό. Και, τελευταία, τον τρόπο που ο Θανάσης Δήμου εμφυσά στον Λογιότατό του κάτι από τη μετέπειτα σχιζοφρένεια της επίσημης παιδείας μας.

Η παράσταση πρέπει οπωσδήποτε να ανεβεί σε ζωντανή σκηνή κι είμαι σίγουρος πως θα διαγράψει λαμπρή πορεία. Εγγύηση γι’ αυτό δεν είναι άλλη από τη ζωντάνια των ηθοποιών της που έχουν απορροφήσει την ιδιαιτερότητα και την εκπέμπουν ως ήθος. Αλλά και το γέλιο που ακόμα, όπως φαίνεται, χαρίζει η «Βαβυλωνία», ειδικά όταν -όπως συμβαίνει εδώ- οι ηθοποιοί της φαίνονται να διασκεδάζουν πρώτοι στο μεθύσι της. Και πρώτοι να μελαγχολούν όταν αυτό έχει περάσει…