Αφγανιστάν, Ιράν, Τουρκία: Για την Μπενί, το ταξίδι της μέχρι την Ελλάδα με όλες τις αντιξοότητες που το συνόδευαν, ήταν η μόνη της διέξοδος για να αποκτήσει όχι μόνο ασφάλεια από τον πόλεμο, αλλά και πρόσβαση στην εκπαίδευση. Όταν η ίδια δεν βρήκε σχολείο να τη δεχτεί ούτε στην Φιλιππιάδα, το εφηύρε: με μοναδικό εξοπλισμό έναν μαρκαδόρο για λευκοπίνακα ξεκίνησε να κάνει μαθήματα στα μικρότερα αδέρφια της. Σύντομα η τάξη της νεαρής προσφύγισσας διευρύνθηκε και σήμερα είναι εθελόντρια εκπαιδευτικός στην προσφυγική δομή της Πρέβεζας, διδάσκοντας αγγλικά σε 55 παιδιά και ενήλικες.
Η προσπάθεια της Μπενί δεν είναι η μοναδική, μα αντικατοπτρίζει αυτό που γνωρίζουμε για δεκαετίες, πως όσο η Ελλάδα αδυνατεί να ασκήσει συμπεριληπτική και διαπολιτισμική εκπαίδευση, χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες και ρομά παραμένουν εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εναλλακτικές προσπάθειες αυτομόρφωσης προσφύγων όπως της Μπενί, ο θεσμικός αποκλεισμός αλλά και η επιτακτική ανάγκη εφαρμογής της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης βρέθηκαν στο επίκεντρο της διαδικτυακής εκδήλωσης με θέμα «Εκπαίδευση Προσφύγων και Ρομά: Πολιτικές Αποκλεισμού και Απόπειρες Αυτοοργάνωσης» που διοργάνωσε προχθές η Συνέλευση Ενάντια σε Εγκλεισμούς και Αποκλεισμούς.
Η Ανίς, μαθήτρια του Πρότυπου Λυκείου Μυτιλήνης, βρίσκεται μόλις τρία χρόνια στην Ελλάδα, και στην Μόρια έμαθε τα πρώτα της ελληνικά. Σήμερα, στη δευτέρα Λυκείου είναι μια από τους τρεις μόλις πρόσφυγες στο σχολείο της. Στην πολυμελή οικογένεια της, είναι η μεγαλύτερη κόρη και μόνο εκείνη γνωρίζει ελληνικά, έτσι το βάρος της γραφειοκρατίας και της συνεννόησης για τις νομικές διαδικασίες πέφτει εν πολλοίς στους δικούς της ώμους: «Δεν πάω σχολείο μόνο για μένα. Με ρωτούν στο καμπ γιατί προσπαθώ τόσο πολύ να μάθω ελληνικά, αφού μπορεί να γυρίσω πίσω τελικά και τους απαντώ πως θέλω να δείξω και στην οικογένειά μου ότι μπορώ να τα καταφέρω, ότι η προσπάθεια μας δεν είναι μάταιη».
«Συμπεριληπτικές προσπάθειες δεν άγγιξαν ποτέ το ελληνικό σχολείο. Δικαίως έχει χαρακτηριστεί, στο πλαίσιο μεγάλων και μικρότερων ερευνών, εθνοκεντρικό, πατριαρχικό, συγκεντρωτικό και αναποτελεσματικό», επισήμανε ο κοινωνικός ανθρωπολόγος, Γιώργος Τσιμουρής.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της υπουργού Παιδείας πως το σχολείο πρέπει να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση των μαθητών δεν είναι καινούργια ρητορική για τη δημόσια παιδεία: «Η εκπαίδευση υπήρξε από τη σύσταση των εθνικών κρατών, ο πιο αναγνωρίσιμος θεσμός καλλιέργειας εθνοκεντρικής συνείδησης», ενώ πρόσφυγες, μετανάστες και ρομά μαθητές, αν και εντός των εδαφικών συνόρων του κράτους, μένουν εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας, «αφού είναι αυτοί που ανήκουν στις ιστορικές μειονότητες και οι ιστορίες τους υπονομεύουν την ηγεμονική εθνική αφήγηση», είπε ο κ. Τσιμουρής.
Οι προσπάθειες ένταξης επαφίενται στην καλοπροαίρετη προσπάθεια μεμονωμένων ανθρώπων και τοπικών κοινοτήτων. Μια τέτοια προσπάθεια είναι της Τήλου: «Το μοντέλο της Τήλου δεν έχει καμία σχέση με τα παραδείγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης άλλων νησιών», λέει ο Ιάσονας Θηλυκός, φιλόλογος στο νησί των 300 περίπου μόνιμων κατοίκων. Εκεί, στη μικρή δομή που δημιουργήθηκε το 2015, σε πλήρη αρμονία με τον ντόπιο πληθυσμό, δίδαξε μουσική.
Για τα δυσθεώρητα τείχη μεταξύ της εκπαίδευσης και της κοινότητας των Ελλήνων Ρομά, μίλησε ο Γιάννης Μάντζας, επιστημονικός συνεργάτης της ΕΛΛΑΝ ΠΑΣΣΕ. «Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, αλλά εικάζεται πως περίπου 10% των παιδιών ρομά συμμετέχουν στη πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση το ποσοστό είναι μηδαμινό», είπε και συμπλήρωσε πως δεν μπορεί να επιλυθεί το θέμα της εκπαίδευσης, αν δεν εξευρεθεί λύση για προβλήματα που δυσχεραίνουν την ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, όπως η πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση και η παροχή ηλεκτροδότησης.
