Η υπόθεση της ολοκλήρωσης και της «στενότερης Ενωσης» θα έμοιαζε με πρωταπριλιάτικο αστείο. Η πανδημία έδειξε αδυναμίες συντονισμού στην Ε.Ε. Πέραν του εθνικισμού των εμβολίων και του διαγκωνισμού των κυβερνήσεων για οπωσδήποτε θετικά επικοινωνιακά αποτελέσματα στις κοινωνίες και τις οικονομίες των χωρών-μελών, ο παράγοντας της ευρωατλαντικής επανάκαμψης ήρθε για να προσθέσει νέα θέματα. Χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η συζήτηση για το αν η Ενωμένη Ευρώπη θέλει και μπορεί να αποτελέσει ένα διαφορετικό πολιτικο-οικονομικό μοντέλο μεγάλης κοινωνίας ή θα προσομοιάζει περισσότερο στις ΗΠΑ, ή θα ανοιχτεί σε έναν de facto πολυπολικό κόσμο που θα περιλαμβάνει την Κίνα, τη Ρωσία ή την Ινδία. Ούτως ή άλλως, στις Βρυξέλλες υπάρχουν «ατλαντιστές» και «αντι-ατλαντιστές», και οι δυο κάτω από την ενιαία ομπρέλα του «ευρωπαϊσμού». Το τελευταίο, δεν λύνει προβλήματα. Περιορίζεται σε κενόδοξη φλυαρία και δεν φωτίζει γκρίζα σημεία επιτυχίας και αποτυχίας στον μεταψυχροπολεμικό 21ο αιώνα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Ευρώπη, κατόπιν αξίωσης των ΗΠΑ, ενεπλάκη στον Β’ Πόλεμο του Ιράκ, με εξάρχοντες τους Μπλερ και Αθνάρ της «λέσχης των προθύμων» εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν. Το αποτέλεσμα ήταν μια φριχτή συγκατοίκηση προνεωτερικών, νεωτερικών και μετανεωτερικών όψεων στον κόσμο της «εξάπλωσης της δημοκρατίας», με παράλληλη άνοδο του ισλαμικού εξτρεμισμού, της τρομοκρατίας και της ανταλλαγής των ελευθεριών με μεγαλύτερη ασφάλεια. Η σχεδόν αδιαφορία επιβεβαιώθηκε με την πτώση της «αραβικής άνοιξης» και τη διαιώνιση ενός κύκλου βίας και του ισλαμικού ριζοσπαστισμού στην περιοχή της Συρίας. Σήμερα τα πάντα κινούνται προς ένα σύστημα αλληλεπικαλυπτόμενων ρόλων και ευθυνών, όπου οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς θεσμοί και ο ιδιωτικός εταιρικός τομέας αλληλο-εμπλέκονται, χωρίς όμως να έχει κανείς απολύτως τον έλεγχο.
Σε αυτήν την terra nullius θα μπορούσε κάποιος να θεωρεί δεδομένη τη μεταμοντέρνα νομπιλιτέ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, εφόσον δεν βλέπει τη Δύση ως μέρος του προβλήματος. Ομως, το αποτέλεσμα είναι να χάνει από την οπτική του την παγκόσμια ισορροπία και να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε. Η εναλλακτική λύση θα ήταν, ίσως, αυτή που αναπτύχθηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη: μια κοινότητα μετα-εθνικιστικών, μετα-ιμπεριαλιστικών, αντι-αυταρχικών κρατών που βιώνουν από κοινού μια ιστορικά ανεπανάληπτη σταθερότητα, ανάπτυξη και ασφάλεια με μετριασμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Αλλωστε, η μεταπολεμική ιδιοφυΐα του Μονέ ήταν η διεύρυνση του «εμείς». Αλλά ούτε αυτό υπάρχει.
Παρ’ όλα αυτά, το σημερινό ευρωατλαντικό «εμείς» αξιώνει τη διακοπή της ενεργειακής ευρωπαϊκής επάρκειας σε συνεργασία με τη Ρωσία, τη διακοπή της εμπορικής διείσδυσης της Κίνας στην Ευρώπη κ.α. Και παρά ταύτα, η Ευρώπη φιλοδοξεί να έχει σφραγίδα νομιμοποίησης στο μείγμα ιδεαλιστικής (το «καλό» έναντι του «κακού») και ρεαλιστικής πολιτικής (δεν υπάρχουν σταθερές φιλίες ή έχθρες, αλλά τα αιώνια συμφέροντά μας), ανεξάρτητα αν ακυρώνεται έτσι κάθε έννοια της πολιτικής, της αλληλεγγύης, της συνοχής, της συμμαχίας ή και της φιλίας.
Η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει τον κόσμο σαν έναν αγώνα για «τα συμφέροντά μας». Ενώ, όμως, οι Αμερικανοί έχουν το σφυρί και βλέπουν παντού καρφιά, οι Ευρωπαίοι-λαοί δεν έχουν εξίσου την αίσθηση (ή και την ψευδαίσθηση) ότι οι θετικές μεταβολές του παγκόσμιου σκηνικού μπορούν να επέλθουν μόνο με μεγαλύτερη συνοχή, συνεργασία και, ενδεχομένως, με μια εξωτερική πολιτική που θα αφορά τόσο τον πόλεμο όσο και την ειρήνη.
Στον ρευστό κόσμο η χειρότερη επιλογή είναι να μην κάνει κανείς τίποτα. Και, σήμερα, η απόσταση μεταξύ Ε.Ε.-ΗΠΑ δεν έχει να κάνει με την απόκλιση των δυνατοτήτων, αλλά και με την ένταση της θέλησης. Ωστόσο, ο 21ος δεν μπορεί να συνεχίζει με τα απόλυτα του 20ού αιώνα. Επίσης, η χρήση βίας ή ο αναθεωρητισμός των διεθνών συνθηκών -κάτι που επιχειρεί, λόγου χάρη, ο Ερντογάν γιατί μπορεί να το κάνει- δεν είναι πολιτικό εργαλείο αλλά αποτυχία της πολιτικής.
Ωστόσο, η Ευρώπη κάνει πολύ λίγα, τα κάνει πολύ αργά, σαν να μην την απασχολεί το μέλλον των λαών της. Και όσο θα συνεχίζει να γιορτάζει τον θρίαμβο της επινοητικότητας, της τεχνολογίας, οι ασταθείς ισορροπίες και οι σύγχρονες προκλήσεις θα κυοφορούν τις δυνάμεις της υπονόμευσής της. Οι εμπειρίες του 20ού αιώνα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πιο ανθρωπιστικές διεκδικήσεις. Μόνον έτσι θα πάψει να κρύβεται η βαρβαρότητα στις στρατηγικές που -υποτίθεται- την καταπολεμούν. Ο 20ός αιώνας έδειξε ότι στην ευρωπαϊκή ιστορία η βαρβαρότητα, τα ευρωπαϊκά πολιτισμικά αντίδοτα και, τέλος, ο στοχασμός πάνω στη βαρβαρότητα κινήθηκαν όλα μαζί. Αλλά υπήρχε στόχος. Και υπήρχαν προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις. Σήμερα; Μόνο γρίφοι και αστάθεια. Ιδού μια πρόκληση για την Αριστερά.
