Σε ποια μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι θα στοχοποιήσουν τις επιλογές της Ομάδας Μπάιντεν;
Το ερώτημα είναι ρητορικό, καθώς η απάντηση έχει προεξοφληθεί από την επόμενη μέρα της προεδρικής εκλογής.
Η αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της διμερούς σχέσης ΗΠΑ – Γερμανίας, καθώς και η επιστροφή στη συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν έχουν ήδη καταγραφεί από τους Ρεπουμπλικάνους και όχι μόνον ως εγκατάλειψη της πολιτικής πυγμής του Τραμπ, αλλά και ως διολίσθηση στον κατευνασμό δυστροπούντων εταίρων και αντιπάλων.
Ετσι οι διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ, που εναντιώνεται στη δυναμική της εξομάλυνσης –προσέγγισης της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη, διεξάγονται «κάτω από το ραντάρ» σύμφωνα με ισραηλινό ραδιόφωνο.
Παρόμοιο σκηνικό υπάρχει, σύμφωνα με τη χθεσινή Frankfurter Allgemeine, στις διαβουλεύσεις ΗΠΑ-Γερμανίας, οι οποίες έχουν καταλήξει σε μια συμβιβαστική φόρμουλα για αμερικανικό μορατόριουμ σε νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας που αφήνουν στο απυρόβλητο την ολοκλήρωση κατασκευής του Αγωγού Nord Stream-2.
Σύμφωνα πάντα με το ίδιο δημοσίευμα, η αμερικανική πλευρά επιθυμεί να συζητήσει την αντιμετώπιση του Κρεμλίνου με την Καγκελαρία στο πλαίσιο μιας «αθόρυβης διπλωματίας».
Το μήνυμα είναι σαφές και για τα δύο παραπάνω μέτωπα, στα οποία δίνει στρατηγική προτεραιότητα ο Λευκός Οίκος:
• Σε ό,τι αφορά την προσέγγιση με το Ιράν ο Νετανιάχου, που βρίσκεται στην κορύφωση της προεκλογικής εκστρατείας, θέλει να αποφύγει δημόσια αντιπαράθεση με τον Μπάιντεν σαν και αυτήν που είχε το 2015 με τον Ομπάμα και πολύ περισσότερο σαν τη δημόσια αποδοκιμασία την Ανοιξη του 1992 της κυβέρνησης Σαμίρ από τον Μπους πατέρα και τον Μπέικερ.
• Σε ό,τι αφορά την εναρμόνιση της πολιτικής του Βερολίνου με την Ουάσινγκτον απέναντι στη Ρωσία, η «αθόρυβη διπλωματία» εξυπηρετεί την ανάγκη των δύο πλευρών να εμποδίσουν επί της ουσίας την περαιτέρω αποξένωση στο πλαίσιο μιας ψυχροπολεμικής ρητορικής και αμοιβαίας καχυποψίας που κυριάρχησε στην τετραετία Τραμπ.
