Σε σκηνικό δυστοπικής κινηματογραφικής ταινίας μετέτρεψε χθες η κυβέρνηση το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το κέντρο της πόλης με την έφοδο αστυνομικών δυνάμεων στην πρυτανεία για… να λήξει η κατάληψη που είχε τερματιστεί!
Ηταν μια εφιαλτική υπερπαραγωγή, αναπτυγμένη σε ολόκληρο το πανεπιστημιακό campus, με παραγωγό και σκηνοθέτη την κυβέρνηση που διέθεσε εκατοντάδες αστυνομικούς, κλούβες, μηχανές, ελικόπτερα και ντρόουν, ενώ αστυνομικοί είχαν αναλάβει ακόμη και τα «τεχνικά» μέρη, καταγράφοντας με κάμερες και φωτογραφικές μηχανές τα γενόμενα, υλικό το οποίο διανεμήθηκε για να καταδειχθεί η ικανότητα στο μοντάζ.
Η ταινία ήταν τελικά «βουβή», αλλά στον τίτλο θα γραφτεί πως η 11η Μαρτίου είναι η Μαύρη Πέμπτη για το μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο της χώρας και μέρα ντροπής για τη Θεσσαλονίκη. Το σκηνικό τρόμου, η παρουσία της ωμής, κτηνώδους βίας, η απειλή της σιδερένιας φτέρνας ήταν μήνυμα σε ολόκληρη την πόλη και τη χώρα. Οι μεγαλύτερης ηλικίας μόνο ονομάτιζαν τα γενόμενα σαν Κατάσταση Πολιορκίας και σημείωναν με αγανάκτηση ότι «δυστυχώς ούτε τις μέρες της χούντας δεν έχουμε δει τέτοιας έκτασης επιχείρηση».
Η απουσία οιασδήποτε παρουσίας των πρυτανικών αρχών αναδεικνύει πανοραμικά την ντροπή που πρέπει να ένιωθαν (από τις 10.20 το βράδυ ο πρύτανης είχε ενημερωθεί απευθείας από τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Δημήτρη Μαυροσκούφη). Πώς άλλωστε να βρίσκονταν εκεί αφού αντιμετωπίζουν τους φοιτητές τους ως εχθρούς; Πώς να τους κοιτούσαν στα μάτια όταν τους έβγαζαν πισθάγκωνα δεμένους σαν στυγνούς εγκληματίες; Τι θα έλεγαν σε όσους είχαν κυνηγηθεί με χημικά μέσα στο Πανεπιστήμιο και προσπαθούσαν πανικόβλητοι να βρουν καταφυγή σε όποιο κτίριο ήταν ανοιχτό; Τι να έλεγαν σε όσους έξω από το Πανεπιστήμιο προσπαθούσαν να εισέλθουν αλλά κυνηγιούνταν με άγριες κραυγές επειδή φώναζαν συνθήματα; Και φυσικά, πώς να εξηγούσαν ότι δεν είχαν κανένα λόγο να εγκρίνουν μια αστυνομική επιχείρηση, αφού γνώριζαν -όπως γνώριζαν άπαντες από το προηγούμενο βράδυ- ότι οι φοιτητές της κατάληψης είχαν πάρει απόφαση να φύγουν;
Αλλά δεν βγάλαν τσιμουδιά. Διότι, όπως αποδείχθηκε περίτρανα, αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν κυβέρνηση και πρυτανικές αρχές: τη λήξη της κατάληψης με απόφαση των φοιτητών. Διότι ονειρεύονταν συγκρούσεις και καταστροφές και οι φοιτητές δεν τους έκαναν τη χάρη. Γι’ αυτό απέμεινε στον φωτογράφο της αστυνομίας να απαθανατίζει συνθήματα έξω από την πρυτανεία, μια χούφτα -κυριολεκτικά- χρώματα και μπογιές των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών στην είσοδο της πρυτανείας, και μόνο σε μια ελάχιστη γωνίτσα να φαίνεται το ανολοκλήρωτο συλλογικό έργο τους: η «Γκερνίκα» του ΑΠΘ, έργο του… πρύτανη και της κυβέρνησης.
Στις 5.30 το πρωί άρχισε η επιχείρηση με δεκάδες ασφαλίτες -υπολογίζουν 30 με 40 κουκουλοφόρους, ακολουθούσαν τα ΜΑΤ- να πραγματοποιούν την έφοδο στο κτίριο.
«Δεν υπήρχε περιφρούρηση, είχαμε πάρει την απόφαση να λήξουμε την κατάληψη, το βράδυ το γνώριζαν ακόμη και τα συστημικά μέσα, οπότε δεν είχαμε κανένα λόγο να είμαστε σε επαγρύπνηση», λέει στην «Εφ.Συν.» ο Νίκος, ένας από τους φοιτητές της κατάληψης που δεν συνελήφθη. «Μας δένανε τα χέρια πίσω από την πλάτη με πλαστικές χειροπέδες, μας φωτογράφιζαν και μας κινηματογραφούσαν όλες και όλους», προσθέτει η Μαρία σημειώνοντας ότι «στην αρχή δεν καταλαβαίναμε γιατί αφού μας συνέλαβαν κατόπιν μας άφηναν ελεύθερους».
Κι όμως, έγινε «διαλογή» και μάλιστα με πληροφόρηση από «πρώτο χέρι», αφού, όπως καταλήγουν αρκετοί από τους καταληψίες και μας λέει η Ελένη, «για εμάς είναι καθαρό ότι υπήρχε μέσα στην κατάληψη ασφαλίτης ο οποίος ήταν αυτός που υποδείκνυε ποιοι είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο ή ποιος ξέρει με ποια άλλα κριτήρια έδειχνε ποιοι και ποιες έπρεπε να κρατηθούν».

Ρωτάμε για τη στιγμή της εφόδου και ο Γιώργος αναφέρει πως «δεν αντισταθήκαμε καθόλου. Πέρα από το ότι η κατάληψη είχε λήξει, δεν είχαμε καν πρόθεση για δυναμική αντίσταση, γι’ αυτό και η Ασφάλεια δεν βρήκε τίποτα να δείξει, ούτε ένα κομμάτι ξύλο στο δάπεδο, εκτός και θεωρούνται όπλα τα πινέλα ζωγραφικής». [Από τους 120 φοιτητές που βρίσκονταν στο κτίριο προσήχθησαν τελικά 33 και από αυτούς μόνο για τους 16, ηλικίας 19 με 26 ετών, η προσαγωγή μετατράπηκε σε σύλληψη με την κατηγορία «διατάραξης λειτουργίας υπηρεσίας»(!) αλλά όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι με απόφαση του εισαγγελέα και θα οριστεί τακτική δικάσιμος].
Κι ενώ ματαίως έψαχναν τους ορόφους της πρυτανείας οι αστυνομικοί, χωρίς να βρουν κανέναν… κρυμμένο, κι ενώ η επιχείρηση στις 6.30 είχε τελειώσει, αυτό δεν σήμανε το τέλος της αστυνομοκρατίας. Επειδή όσοι φοιτητές δεν είχαν προσαχθεί αρνούνταν να αποχωρήσουν από το σημείο, συμπαραστεκόμενοι στους συναδέλφους τους, ξεκίνησε άλλη επιχείρηση, με χημικά αυτή τη φορά εναντίον τους. Εκτυλίχθηκαν σκηνές με πανικόβλητους φοιτητές και φοιτήτριες να προσπαθούν να γλιτώσουν τη μανία των δεκάδων αστυνομικών που τους κυνηγούσαν από την πρυτανεία μέχρι τη Φυσικομαθηματική, όπου βρήκαν καταφύγιο και όπου το μεσημέρι είχαν σπεύσει καθηγητές (Αγγελόπουλος, Καμτσίδου, Καλφακάκου) για να τους απεγκλωβίσουν.
Παράλληλα, έξω από την πανεπιστημιούπολη μετά τις 8 πια το πρωί είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται φοιτητές στους οποίους απαγορευόταν ακόμη και να πλησιάσουν, ενώ με βρισιές και απειλές διώχτηκαν όσοι τολμούσαν να φωνάξουν συνθήματα. Οσο τα γεγονότα εξελίσσονταν δεν γινόταν καταγραφή τους μόνο από αστυνομικούς στο έδαφος αλλά και από αέρος, τόσο από ελικόπτερο όσο και από ντρόουν της αστυνομίας.
Η παρουσία των ιπτάμενων μέσων έδινε την αίσθηση στην ευρύτερη περιοχή ότι κάπου διεξάγεται μάχη, αλλά ως μάχη την αντιλήφθηκαν μόνο οι ασθενείς του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, κυρίως όσοι βρίσκονταν στην κορονοκλινική και οι οποίοι ενοχλημένοι τηλεφωνούσαν για να διαμαρτυρηθούν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης.
Εχει ενδιαφέρον ότι ενώ όλη η επιχείρηση βρισκόταν σε εξέλιξη, υπήρχαν ήδη δημοσιεύματα προετοιμασίας της κοινής γνώμης που έκαναν λόγο για κατάληψη που γινόταν για… υποστήριξη του Κουφοντίνα ή άλλα που μιλούσαν για «βανδαλισμούς», δείχνοντας φωτογραφίες από τον εξωτερικό χώρο της πρυτανείας με… συνθήματα στους τοίχους!
Πάντως οι δημοσιογράφοι γνώρισαν από την καλή και την ανάποδη την πρώτη εφαρμογή του νόμου Χρυσοχοΐδη. Περιορισμένοι στην πύλη της ΔΕΘ απέναντι από την πρυτανεία, δεν είχαν καμία αντίληψη των γεγονότων. Τα κανάλια αρκέστηκαν στα πλάνα της αστυνομίας, από τα οποία απουσιάζει πλήρως ο ήχος, κι αυτός ο «ήχος της σιωπής» είναι το μήνυμα που ήθελε να στείλει η κυβέρνηση. Οσοι δεν έμειναν στο «μαντρί» της «ειδικής εξέδρας»(!) των δημοσίων σχέσεων της αστυνομίας ήταν αυτοί που έκαναν τη δουλειά που ονομάζεται δημοσιογραφία, καταγράφοντας εικόνες που κυκλοφόρησαν αμέσως στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, και φυσικά με κίνδυνο να ξυλοκοπηθούν από τους εξαγριωμένους αστυνομικούς που κινούνταν διαρκώς εναντίον τους.
Οργισμένες ήταν οι αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου της Αριστεράς στην πόλη. Ο δημοτικός σύμβουλος της Λαϊκής Συσπείρωσης Σωτήρης Ζαριανόπουλους έκανε λόγο για «εικόνες που αντιγράφουν εικόνες του Νοέμβρη 1973», ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Αμανατίδης είδε «πλήγμα για τη Δημοκρατία» και ο αναπληρωτής συντονιστής του ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης Μίλτος Οικονόμου τόνιζε πως είναι «όνειδος και ντροπή αυτά που έγιναν», ζητώντας «να φύγει ο Χρυσοχοΐδης και η ακροδεξιά κυβέρνηση».
Με δηλώσεις τους κατήγγειλαν την επέμβαση ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Δημήτρης Μαυροσκούφης, οι Αγγελική Ζιάκα, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιώργος Αγγελόπουλος και με ανακοίνωσή του ο σύλλογος μεταπτυχιακών φοιτητών και διδακτόρων του τμήματος Πολιτικών Επιστημών.
Ιστορική πορεία – προκλητική αστυνομία!

Λίγες ώρες μετά την παντελώς άσκοπη, ρεβανσιστική εκκένωση της κατάληψης στο ΑΠΘ, φοιτητές, μαθητές, εργαζόμενοι και άνεργοι συνέρρευσαν στο άγαλμα του Βενιζέλου, στην Αριστοτέλους, για να ακολουθήσει μια πρωτοφανής σε όγκο πορεία διαμαρτυρίας. Για άλλη μια φορά, προκαλώντας, η ΕΛ.ΑΣ. ανέκοψε το πλήθος παρά τις εκκλήσεις πανεπιστημιακών καθηγητών που συμμετείχαν στην κινητοποίηση, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση και να σημειωθούν επεισόδια.
Η πορεία, στην οποία υπολογίζεται ότι συμμετείχαν πάνω από 10 χιλιάδες άτομα, ξεκίνησε στη 1 μετά το μεσημέρι από το άγαλμα του Βενιζέλου όπου υπήρχε προσυγκέντρωση από τις 11 το πρωί. Καθώς κινούνταν στο ύψος της οδού Αγίας Σοφίας, μια δεύτερη συγκέντρωση νεολαίων ενώθηκε με τον κόσμο. Οι διαδηλωτές κινήθηκαν από τις κεντρικές οδούς Αγίας Σοφίας, Τσιμισκή, Ιωνος Δραγούμη, Αγίου Δημητρίου και Ιασονίδου, ώσπου έφτασαν στο ύψος της Καμάρας. Εκεί, όμως, τους περίμενε αστυνομικός φραγμός με κλούβες των ΜΑΤ προκειμένου να εμποδιστεί η προσέγγισή τους στην πανεπιστημιούπολη. Τι κι αν αντιπροσωπεία των διαδηλωτών με συμμετοχή καθηγητών ζήτησαν από τους επικεφαλής της αστυνομίας να αποσύρουν τις κλούβες; Η απάντηση ήταν κατηγορηματικά αρνητική.
Το πρωτοφανές πλήθος φώναζε συνθήματα κατά της αστυνομίας και του υπουργού ΠροΠο Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ενώ ζητούσε την παραίτηση του πρύτανη του ΑΠΘ, Νίκου Παπαϊώαννου. Κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί που συμμετείχαν στην κινητοποίηση αντέδρασαν δυναμικά απέναντι στην προκλητική στάση των αστυνομικών και τους πέταξαν αντικείμενα, με αποτέλεσμα εκείνοι να απαντήσουν με χημικά και βομβίδες κρότου-λάμψης. Ακολούθησε καταδίωξη του πλήθους σε δρόμους και στενά της γύρω περιοχής, ενώ ο κεντρικός όγκος των διαδηλωτών κινήθηκε δυτικά. Τα ΜΑΤ, ωστόσο, σαν έτοιμα από καιρό, δεν σταμάτησαν το ανθρωποκυνηγητό, στη διάρκεια του οποίου σημειώθηκε μία προσαγωγή.
