Με το «κείμενο των 56» (έτσι καθιερώθηκε ο όρος στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα), τίθενται επί τάπητος μείζονα προβλήματα δομής και λειτουργίας της πνευματικής κοινότητας στον τόπο μας. Είναι άραγε, μετ’ αυτήν την πράξη της, η ελληνική πνευματική κοινότητα μια κοινωνική συλλογικότητα, η οποία έχει βεβαιότητα για τον εαυτό της και ελεύθερη αυτοσυνειδησία; Ή μήπως υπακούει σε κανόνες οι οποίοι εκ των πραγμάτων ακυρώνουν την ίδια ως κοινότητα ανιδιοτέλειας, δημιουργίας και ελευθερίας;
Θέτω αυτά τα ερωτήματα (εννοείται ότι θα μπορούσαν να τεθούν και άλλα) για να υποστηρίξω ότι οι 56 καταξιωμένοι δημιουργοί του πνεύματος και εκφραστές του πολιτισμού μας έκαναν ένα ολίσθημα αυτοπροσδιορισμού τους. Ή ορθότερα με την πράξη τους αυτή κατασκεύασαν έναν αρνητικό αστερισμό που θίγει και την πνευματική κοινότητα, αλλά και την ίδια την πολιτική κοινωνία μας.
Τρεις είναι οι όψεις αυτού του αρνητικού αστερισμού. Η πρώτη έχει να κάνει με τις σχέσεις που έχουν αναπτύξει οι 56 προσωπικότητες με την υπουργό Πολιτισμού. Δεν ενδιαφέρομαι να αναφέρω περιπτώσεις που αποδεικνύουν ότι αυτές οι σχέσεις ανάγονται στην «αρχή της ανταλλαγής» και δεν θεμελιώνονται στις αρχές της δημιουργίας του ελεύθερου πνεύματος. Γράφτηκαν κατά κόρον στην ειδησεογραφία πολλά γι’ αυτό το ζήτημα. Οπότε ο καθένας αντιλαμβάνεται πως όταν η ελευθερία της τέχνης και του πνεύματος εξαργυρώνεται με ανταλλακτικές σχέσεις παύει η πνευματική κοινότητα να είναι ελεύθερη κοινωνία.
Η δεύτερη όψη του αρνητικού αστερισμού αναφέρεται στην κατεξοχήν συνθήκη αυτοπροσδιορισμού των πνευματικών αυτών ανθρώπων. Οι διανοούμενοι παρεμβαίνουν στα μείζονα κοινωνικά ζητήματα της εκάστοτε εποχής με στόχο να υποδείξουν στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο την ορθολογική λύση των κοινωνικο-πολιτικών προβλημάτων. Στην «περίπτωση των 56» άραγε ποιο θεμελιώδες κοινωνικο-πολιτικό πρόβλημα πήραν την πρωτοβουλία να επιλύσουν με ορθολογικό τρόπο οι πνευματικοί αυτοί άνθρωποι; Κανένα.
Τελικά κατέληξαν να υπερασπίζονται την υπουργό Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη, ως τεχνοκράτη της οποίας «κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει την επιστημονική της επάρκεια, τις δεκαετίες που υπηρετεί τον Πολιτισμό, το έργο της και το προσωπικό της ήθος» (παράθεμα επί λέξει από το «κείμενο των 56»). Στην περίπτωσή μας βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν πολιτικό τραγέλαφο: καταξιωμένοι διανοούμενοι υπερασπίζονται έναν επαρκέστατο τεχνοκράτη! Εκεί τελικά από μόνοι τους οδηγούνται οι διανοούμενοι και όλοι αναρωτιούνται: γιατί αυτοκαταργούνται!
Η τρίτη αρνητική όψη της παρέμβασης των 56 προσωπικοτήτων συμπυκνώνει τις δύο προηγούμενες με την εξής έννοια: ενώ αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι παραδέχτηκαν με την πράξη τους (την υπογραφή του κειμένου πολιτικής στήριξης της κυρίας Μενδώνη) ότι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως ελεύθερα πνεύματα και ούτε ενδιαφέρονται να λειτουργεί η πνευματική κοινότητα ως κοινότητα ελευθερίας (και όχι συναλλαγών!), ομολόγησαν ότι είναι συνεργάτες της υπουργού Πολιτισμού. Και αυτή την ιδιωτική προ-πολιτική σχέση εμφάνισαν ως πολιτική υπεράσπιση ενός τεχνοκράτη σε μια δημοκρατική κοινωνία! Ο κυνισμός σ’ αυτή την περίπτωση μας υπερβαίνει όλους τελικά.
Ως συμπέρασμα σ’ αυτή την κριτικο-θεωρητική παρέμβασή μου θέλω να σημειώσω το εξής: η «περίπτωση των 56», δηλαδή το «κείμενο των 56» έχει πια καταγραφεί στην πνευματική ιστορία του τόπου μας ως η πολιτική χρεοκοπία του πνευματικού κόσμου μπροστά στα «σημεία και τέρατα» της εποχής μας: την αυτοκατάργηση των διανοουμένων και τη σιωπή των πολιτικών.
* πολιτικός φιλόσοφος
